19 Φεβ 2020

Δωμάτιο

Αν ήσουν κλειδωμένο δωμάτιο,
κανένα κλειδί δεν θα σε ήξερε περισσότερο
από εμένα.
Γυρνώντας μέσα στην κλειδωνιά,
όψεις σφαιρικές
θα έπαιρνα από το μέσα σου. 
Κλειδί από μπρούτζο. 
Χαρακωμένο. 
Κλειδωμένο δωμάτιο όμως παραμένεις. 
Ποτέ ανοιχτό.

15 Σεπ 2019

Άμαξα της λήθης - 2

[…] Το αρχείο του δημαρχείου ήταν στο υπόγειο του κτιρίου της λεωφόρου Δημοκρατίας.
«Καλημέρα»
«Πώς θα μπορούσα να σας βοηθήσω; Για φοιτητής μου μοιάζετε, εργασία;»
Ο Μάρκος παρόλο που ήταν 35, είχε κληρονομήσει το κύτταρο της γιαγιάς του. Δεν έδειχνε την πραγματική του ηλικία. Μικροκαμωμένος και χαμογελαστός, ο Μάρκος έδινε την εντύπωση νεαρού στα είκοσί του που είχε μπει για να πάρει πληροφορίες.
«Όχι, αλλά κι εγώ μια έρευνα κάνω. Ή μάλλον όχι ακριβώς, θα σας εξηγήσω», είπε ο Μάρκος μαγκωμένος χωρίς να ξέρει πώς να ζητήσει βοήθεια για κάτι που δεν ήξερε παρά μονάχα έναν αριθμό.
«Έχω στα χέρια μου έναν αριθμό και μια λέξη. Δεν ξέρω τι να σας ζητήσω. Τα βρήκα σε ένα παλιό κειμήλιο της οικογένειάς μου και θεωρώ πως εδώ είναι ένα καλό μέρος να ξεκινήσω την αναζήτηση της σημασίας τους. Πασαλίκι και 0328. Δεν ξέρω αν μπορεί να σας πει κάτι αυτό.
«Μα το Πασαλίκι γκρεμίστηκε το ‘67»
«Και πολύ πιθανό να μιλάμε για πολύ πριν το ΄67, ο πίνακας ήταν της προγιαγιάς μου.»
«Δηλαδή μιλάμε για ποια χρονολογία;»
«Αρχές του 20ου αιώνα. Καταλαβαίνω πως πρόκειται για πολύ παλιά αλλά ειλικρινά δεν ξέρω πώς αλλιώς να ξεκινήσω»
«Μάλιστα. Δηλαδή αναφερόμαστε σε εποχή Δεδέαγατς. Ίσως να έχει κάποια σχέση με τα οικοδομικά τετράγωνα, ένας τετραψήφιος αριθμός μόνο αυτό μου θυμίζει.»
Το Πασαλίκι είχε χτιστεί μέσα στην πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα και τότε η πόλη είχε ακόμα την παλιά αρίθμηση των οικοδομικών τετραγώνων, κατάλοιπο από τους Ρώσους που της χάρισαν την μοναδική, για τα δεδομένα της εποχής, ρυμοτομία της. Τότε τα οικοδομικά τετράγωνα ακολουθούσαν ιδιαίτερη αρίθμηση η οποία βοηθούσε τους Ρώσους αξιωματικούς να χαράξουν το σχεδιασμό της.
Η υπάλληλος χάθηκε λίγο στο βάθος και επέστρεψε σύντομα με ένα σωλήνα στο χέρι. Τον ακούμπησε στο μεγάλο τραπέζι στο κέντρο του χώρου, περιτριγυρισμένο από τείχη με καρτέλες και φακέλους και έβγαλε από μέσα μερικά κιτρινισμένα κουλουριασμένα χαρτιά. Ένα από αυτά φαινόταν συνομήλικο με τον πίνακα.
«Εδώ θα βρείτε όλα τα οικοδομικά τετράγωνα και δίπλα την αρίθμησή τους.»


Ο Μάρκος έψαξε μανιωδώς με το βλέμμα του κατά μήκος της παραλίας, εκεί που βρισκόταν κάποτε το Πασαλίκι. Αλλά ο αριθμός ήταν διαφορετικός. 0182. Συνέχισε να αναζητά τον αριθμό περνώντας γραμμή-γραμμή τα οικοδομικά τετράγωνα. Έφτασε μέχρι ψηλά στο «λοξό». Πηγαίνοντας όλο και πιο ανατολικά βρήκε αυτό που έψαχνε. 0328.
Η τοποθεσία του ήταν γνωστή. Πήγαινε βόλτες με τον παππού του μέχρι εκεί όταν ήταν μικρός. Στο γαλλικό σταθμό, εκεί κοντά στη γέφυρα του Μαΐστρου. Τι όμως να υπήρχε εκεί που να συνέδεε τον πίνακα με την προγιαγιά του;
[…]
Μέρος διηγήματος μου που δημοσιεύτηκε από τις εκδόσεις iWrite το 2014

22 Αυγ 2019

Άμαξα της λήθης - 1

«Πόση σκόνη μπορεί να έχει επάνω της μια κορνίζα;» αναρωτήθηκε ο Μάρκος σφουγγίζοντας το
πλαίσιο του πίνακα με την άμαξα που τρέχει σε κάποια Ρωσική στέπα, με το καθαρό λευκό πανί.
Το σπίτι είχε μείνει κλειστό από το θάνατο της γιαγιάς. Δεν είχε προλάβει να το συγυρίσει. Τώρα
όμως είχε φτάσει καλοκαίρι και για το παραθαλάσσιο σπίτι της γιαγιάς, εκεί κάπου ανάμεσα στη
διαδρομή από την Αλεξανδρούπολη μέχρι τη Νέα Χιλή, είχε φτάσει η στιγμή να καθαριστεί, να
βαφτεί και να ετοιμαστεί ώστε να ξυπνήσουν και πάλι οι χαρούμενες και ζωντανές φωνές στην
αυλή των παιδικών του χρόνων.
Ο πίνακας που απεικόνιζε μια πρασινωπή άμαξα με δυο επιβάτες και δυο άλογα, που απαντούσαν
νευρικά στις στράκες του μαστίγιου, ήταν πάντα εκεί. Από τότε που θυμόταν τον εαυτό του να
έρχεται στο σπίτι της γιαγιάς για να περάσει τις καλοκαιρινές διακοπές του. Και πάντα αναρωτιόταν
τι ήθελε ένα χειμερινό τοπίο σε ένα καθαρά καλοκαιρινό σπίτι.
«Γιατί είναι χειμώνας στον πίνακα γιαγιά;» συνήθιζε να ρωτάει ο Μάρκος με ένα ροδάκινο στο χέρι
τα μεσημέρια του Αυγούστου.
«Ο πίνακας αυτός παιδί μου είναι της προγιαγιάς σου, δηλαδή της μάνας μου. Και της τον έδωσε
ένας ωραίος νέος με μουστάκι.» απαντούσε πάντα η γιαγιά, χωρίς να λέει κάτι παραπάνω. Κι ο
Μάρκος συνέχιζε να γλυφοτρώει το ροδάκινο.
Το πίσω μέρος του πίνακα ήταν καλυμμένο με χοντρό χαρτόνι. Όπως τον γύρισε για να τον
καθαρίσει ο Μάρκος, πρόσεξε πως κοντά στην κάτω δεξιά γωνία είχε γραμμένο με αχνά μολυβιά
γράμματα:

Στην Άννα
0328
αλλιώς στο Πασαλίκι

Ο Μάρκος είχε ακουστά για το Πασαλίκι. Το είχαν γκρεμίσει πριν από περίπου 20 χρόνια. Χτισμένο
με λεφτά από παράνομη φορολογία των πολιτών του δήμου του Δεδεαγάτς, πριν ακόμα η πόλη
πάρει το σημερινό όνομά της, ήταν διοικητήριο και κατάλυμα του Πασά της περιοχής επί
τουρκοκρατίας. Σήμερα όμως δεν υπήρχε. Στη θέση του ο στρατός είχε χτίσει το κτίριο της 12 ης
μεραρχίας.
Λίγο πριν πεθάνει η γιαγιά τον έβαλε να υποσχεθεί πως ό,τι και να συμβεί, ό,τι και να γίνει, δεν θα
έπρεπε να πουλήσει ποτέ αυτόν τον πίνακα. Έτσι της είχε πει να κάνει η μητέρα της, έτσι έπρεπε να
κάνουν και αυτοί που θα τον κληρονομούσαν. Έπρεπε να μείνει στην οικογένεια.
«Η άμαξα με την αγάπη πρέπει να μείνει σε εσάς. Έτσι το ήθελε εκείνη» του είπε.
«Εκείνη» ήταν η Άννα, η προγιαγιά του. Κι αυτός, αν και ανήσυχη φύση, δεν είχε ποτέ δει το πίσω
μέρος του πίνακα. Περίεργο. Τώρα όμως ήθελε να μάθει ποιος ήταν ο μυστηριώδης νέος. Πώς είχε
έρθει αυτός ο πίνακας στην οικογένειά του; Και γιατί η προγιαγιά Άννα έδωσε τέτοια εντολή;

Μέρος διηγήματος μου που δημοσιεύτηκε από τις εκδόσεις iWrite το 2014