15 Σεπ 2019

Άμαξα της λήθης - 2

[…] Το αρχείο του δημαρχείου ήταν στο υπόγειο του κτιρίου της λεωφόρου Δημοκρατίας.
«Καλημέρα»
«Πώς θα μπορούσα να σας βοηθήσω; Για φοιτητής μου μοιάζετε, εργασία;»
Ο Μάρκος παρόλο που ήταν 35, είχε κληρονομήσει το κύτταρο της γιαγιάς του. Δεν έδειχνε την πραγματική του ηλικία. Μικροκαμωμένος και χαμογελαστός, ο Μάρκος έδινε την εντύπωση νεαρού στα είκοσί του που είχε μπει για να πάρει πληροφορίες.
«Όχι, αλλά κι εγώ μια έρευνα κάνω. Ή μάλλον όχι ακριβώς, θα σας εξηγήσω», είπε ο Μάρκος μαγκωμένος χωρίς να ξέρει πώς να ζητήσει βοήθεια για κάτι που δεν ήξερε παρά μονάχα έναν αριθμό.
«Έχω στα χέρια μου έναν αριθμό και μια λέξη. Δεν ξέρω τι να σας ζητήσω. Τα βρήκα σε ένα παλιό κειμήλιο της οικογένειάς μου και θεωρώ πως εδώ είναι ένα καλό μέρος να ξεκινήσω την αναζήτηση της σημασίας τους. Πασαλίκι και 0328. Δεν ξέρω αν μπορεί να σας πει κάτι αυτό.
«Μα το Πασαλίκι γκρεμίστηκε το ‘67»
«Και πολύ πιθανό να μιλάμε για πολύ πριν το ΄67, ο πίνακας ήταν της προγιαγιάς μου.»
«Δηλαδή μιλάμε για ποια χρονολογία;»
«Αρχές του 20ου αιώνα. Καταλαβαίνω πως πρόκειται για πολύ παλιά αλλά ειλικρινά δεν ξέρω πώς αλλιώς να ξεκινήσω»
«Μάλιστα. Δηλαδή αναφερόμαστε σε εποχή Δεδέαγατς. Ίσως να έχει κάποια σχέση με τα οικοδομικά τετράγωνα, ένας τετραψήφιος αριθμός μόνο αυτό μου θυμίζει.»
Το Πασαλίκι είχε χτιστεί μέσα στην πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα και τότε η πόλη είχε ακόμα την παλιά αρίθμηση των οικοδομικών τετραγώνων, κατάλοιπο από τους Ρώσους που της χάρισαν την μοναδική, για τα δεδομένα της εποχής, ρυμοτομία της. Τότε τα οικοδομικά τετράγωνα ακολουθούσαν ιδιαίτερη αρίθμηση η οποία βοηθούσε τους Ρώσους αξιωματικούς να χαράξουν το σχεδιασμό της.
Η υπάλληλος χάθηκε λίγο στο βάθος και επέστρεψε σύντομα με ένα σωλήνα στο χέρι. Τον ακούμπησε στο μεγάλο τραπέζι στο κέντρο του χώρου, περιτριγυρισμένο από τείχη με καρτέλες και φακέλους και έβγαλε από μέσα μερικά κιτρινισμένα κουλουριασμένα χαρτιά. Ένα από αυτά φαινόταν συνομήλικο με τον πίνακα.
«Εδώ θα βρείτε όλα τα οικοδομικά τετράγωνα και δίπλα την αρίθμησή τους.»


Ο Μάρκος έψαξε μανιωδώς με το βλέμμα του κατά μήκος της παραλίας, εκεί που βρισκόταν κάποτε το Πασαλίκι. Αλλά ο αριθμός ήταν διαφορετικός. 0182. Συνέχισε να αναζητά τον αριθμό περνώντας γραμμή-γραμμή τα οικοδομικά τετράγωνα. Έφτασε μέχρι ψηλά στο «λοξό». Πηγαίνοντας όλο και πιο ανατολικά βρήκε αυτό που έψαχνε. 0328.
Η τοποθεσία του ήταν γνωστή. Πήγαινε βόλτες με τον παππού του μέχρι εκεί όταν ήταν μικρός. Στο γαλλικό σταθμό, εκεί κοντά στη γέφυρα του Μαΐστρου. Τι όμως να υπήρχε εκεί που να συνέδεε τον πίνακα με την προγιαγιά του;
[…]
Μέρος διηγήματος μου που δημοσιεύτηκε από τις εκδόσεις iWrite το 2014

22 Αυγ 2019

Άμαξα της λήθης - 1

«Πόση σκόνη μπορεί να έχει επάνω της μια κορνίζα;» αναρωτήθηκε ο Μάρκος σφουγγίζοντας το
πλαίσιο του πίνακα με την άμαξα που τρέχει σε κάποια Ρωσική στέπα, με το καθαρό λευκό πανί.
Το σπίτι είχε μείνει κλειστό από το θάνατο της γιαγιάς. Δεν είχε προλάβει να το συγυρίσει. Τώρα
όμως είχε φτάσει καλοκαίρι και για το παραθαλάσσιο σπίτι της γιαγιάς, εκεί κάπου ανάμεσα στη
διαδρομή από την Αλεξανδρούπολη μέχρι τη Νέα Χιλή, είχε φτάσει η στιγμή να καθαριστεί, να
βαφτεί και να ετοιμαστεί ώστε να ξυπνήσουν και πάλι οι χαρούμενες και ζωντανές φωνές στην
αυλή των παιδικών του χρόνων.
Ο πίνακας που απεικόνιζε μια πρασινωπή άμαξα με δυο επιβάτες και δυο άλογα, που απαντούσαν
νευρικά στις στράκες του μαστίγιου, ήταν πάντα εκεί. Από τότε που θυμόταν τον εαυτό του να
έρχεται στο σπίτι της γιαγιάς για να περάσει τις καλοκαιρινές διακοπές του. Και πάντα αναρωτιόταν
τι ήθελε ένα χειμερινό τοπίο σε ένα καθαρά καλοκαιρινό σπίτι.
«Γιατί είναι χειμώνας στον πίνακα γιαγιά;» συνήθιζε να ρωτάει ο Μάρκος με ένα ροδάκινο στο χέρι
τα μεσημέρια του Αυγούστου.
«Ο πίνακας αυτός παιδί μου είναι της προγιαγιάς σου, δηλαδή της μάνας μου. Και της τον έδωσε
ένας ωραίος νέος με μουστάκι.» απαντούσε πάντα η γιαγιά, χωρίς να λέει κάτι παραπάνω. Κι ο
Μάρκος συνέχιζε να γλυφοτρώει το ροδάκινο.
Το πίσω μέρος του πίνακα ήταν καλυμμένο με χοντρό χαρτόνι. Όπως τον γύρισε για να τον
καθαρίσει ο Μάρκος, πρόσεξε πως κοντά στην κάτω δεξιά γωνία είχε γραμμένο με αχνά μολυβιά
γράμματα:

Στην Άννα
0328
αλλιώς στο Πασαλίκι

Ο Μάρκος είχε ακουστά για το Πασαλίκι. Το είχαν γκρεμίσει πριν από περίπου 20 χρόνια. Χτισμένο
με λεφτά από παράνομη φορολογία των πολιτών του δήμου του Δεδεαγάτς, πριν ακόμα η πόλη
πάρει το σημερινό όνομά της, ήταν διοικητήριο και κατάλυμα του Πασά της περιοχής επί
τουρκοκρατίας. Σήμερα όμως δεν υπήρχε. Στη θέση του ο στρατός είχε χτίσει το κτίριο της 12 ης
μεραρχίας.
Λίγο πριν πεθάνει η γιαγιά τον έβαλε να υποσχεθεί πως ό,τι και να συμβεί, ό,τι και να γίνει, δεν θα
έπρεπε να πουλήσει ποτέ αυτόν τον πίνακα. Έτσι της είχε πει να κάνει η μητέρα της, έτσι έπρεπε να
κάνουν και αυτοί που θα τον κληρονομούσαν. Έπρεπε να μείνει στην οικογένεια.
«Η άμαξα με την αγάπη πρέπει να μείνει σε εσάς. Έτσι το ήθελε εκείνη» του είπε.
«Εκείνη» ήταν η Άννα, η προγιαγιά του. Κι αυτός, αν και ανήσυχη φύση, δεν είχε ποτέ δει το πίσω
μέρος του πίνακα. Περίεργο. Τώρα όμως ήθελε να μάθει ποιος ήταν ο μυστηριώδης νέος. Πώς είχε
έρθει αυτός ο πίνακας στην οικογένειά του; Και γιατί η προγιαγιά Άννα έδωσε τέτοια εντολή;

Μέρος διηγήματος μου που δημοσιεύτηκε από τις εκδόσεις iWrite το 2014

25 Ιουλ 2019

Ανήλικε, κουράγιο

Ήταν Ιούλης. Το '96 θαρρώ. Τότε που λυκειόπαις έστειλα ένα φαξ σε μια κατασκήνωση... Μόνος μου, χωρίς να το σκεφτώ, αίτηση ευγενική και πρόθυμη. Ήθελα να πάω την επόμενη χρονιά για σεζόν... Να ζήσω το όνειρο. Δεν έγινε ποτέ. Δεν ήμουν έτοιμος τότε. Δεν το κυνήγησα. Δεν ήξερα τι μου συνέβαινε.

Ήταν Ιούνης του 2016. Το όνειρο το έζησα. Άλλαξα τη ζωή μου. Πήρα άλλη ρότα. Άφησα σπουδές και Ιταλία και γύρισα. Γύρισα για ένα κάρο λόγους. Ένα κάρο βαρύ, ασήκωτο. Σαν αυτό του Μπρέχτ, που η Μάνα Κουράγιο κουβαλάει αγόγγυστα. Μέσα σ' αυτό το κάρο, είχα καλά φυλαγμένη μια από τις επιθυμίες μου.

Ήθελα να ξαναβρώ την γνώριμη οικειότητα που ένιωθα κάποτε. Τότε όταν μεγάλωνα στην εφηβεία μου στην Ελλάδα. Απλά. Με απλούς ανθρώπους. Σύνθετους στη σκέψη και μαλαματένιους στην καρδιά. Μια γνώριμη οικειότητα που μόνο όταν έχεις μεγαλώσει με κοινά βιώματα, νοοτροπίες και ερεθίσματα μπορείς να συνδυάσεις.

Στην Ιταλία ωρίμασα. Ωρίμασα δύσκολα. Στο κάρο μου κουβαλούσα τις αντιξοότητες, τις κρίσεις, την δύσκολη, δύστροπη, στρυφνή ανακάλυψη του εαυτού μου. Έναν έρωτα και μια τρωθείσα καρδιά. Το βάρος της αποκάλυψης στην οικογένειά μου το είχα ξεπεράσει. Το ξεπέρασαν κι αυτοί κατά κάποιο τρόπο. Κι όμως το κάρο ήταν γεμάτο.

Η σεζόν μου, η δική μου σεζόν, μου δώρησε θησαυρούς. Ναι, δεν νομίζω πως υπάρχει καταλληλότερη λέξη. Πλούτο ψυχής, πληρότητα συναισθημάτων, άγχη και επιτυχίες, αναγνώριση και εκτίμηση. Κι όμως, λίγα αντιλαμβανόμουν τότε. Λίγα όσο αφορά τα όσα τώρα, μετά από τρία ολόκληρα χρόνια μου αποκάλυψε το σύμπαν. Το σύμπαν που τόσο κατηγορώ και μέμφομαι όταν μου παίρνει πίσω όσα μου δίνει. Ή που νομίζω πως έτσι πράττει.

Στάθηκα καταλύτης για να ενωθεί ένα ζευγάρι. Ένα ζευγάρι τόσο ταιριαστό που δεν γινόταν αλλιώς. Ναι, τότε, στη σεζόν. Εκεί που σε ένα υπόγειο και οι τρεις μας κάναμε προετοιμασία για το εστιατόριο και σήκωνα με περηφάνια τον ροφό λες κι εγώ τον είχα ψαρέψει, για μια σέλφι.

Γνώρισα ένα από τα καλύτερα παιδιά του κόσμου που παρά την καταγωγή του, κάποιος θα περίμενε πως θα ήταν στενόμυαλος και απόμακρος - προστατεύοντας τον εαυτό του από τον συντηρητικό Έλληνα - μου έκανε την πιο ζεστή, αληθινή αγκαλιά όταν έφευγα, εκεί, δίπλα στα σεντόνια που έπλενε χωρίς σταματημό. Μου είπε "τι άνθρωπος είσαι εσύ". Αυτή τη φράση την κλείδωσα μέσα μου. Δεν θα την ξηλώσει τίποτα από την καρδιά μου. Όχι γιατί με κολάκευε. Ουδόλως. Μα γιατί μου την είπε αυτός.

Κάθε πρωί, μα κάθε πρωί, ο υψηλόμισθος πρακτικάριος - εγώ - καθόμουν για έναν καφέ σε ένα
μαγαζί στο πιο όμορφο μέρος του κόσμου. Ήταν η ώρα που ηρεμούσα απόλυτα, πριν πάω στη δουλειά και ζήσω για άλλη μια μέρα την παράνοια του σέρβις. Το μαγαζί το είχε μια οικογένεια απ' αυτές που τις ζηλεύεις. Γονείς και παιδιά στον αγώνα της σεζόν. Εν μέσω κρίσης, άνοιγμα και ρίσκο. Κι όμως το χαμόγελο δεν το ξεκαρφίτσωναν από πάνω τους. Όχι κανένα δήθεν χαμόγελο. Ειλικρινές και ντόμπρο. Και ονειρεύονταν. Τουλάχιστον έτσι έδειχναν. Ήταν το δικό μου λιμάνι εκείνο το καλοκαίρι.

Η τύχη τα έφερε να μένω με μια ψυχή. Ξέρω τι σκέφτεσαι. Δεν ήταν μια οποιαδήποτε ψυχή. Ξέρεις τι συμβαίνει όταν κάνουν τσαφ δυο καλώδια; Ηλεκτρισμός. Ρεύμα. Ροή ενέργειας που δεν υπήρχε αλλά που βρήκε δίοδο να προχωρήσει επειδή τα καλώδια πλησίασαν. Μοιραστήκαμε κομμάτια από τις ψυχές μας μια νύχτα του καλοκαιριού, σε ένα δωμάτιο χωρίς φώτα, αντίκρυ ο ένας με τον άλλον. Μοιραστήκαμε πολλά, αμέτρητες ακόμα στιγμές αργότερα. Είδα στην ψυχή του, κομμάτια από την δική μου. Είδα στο μυαλό του, στροφές που το δικό μου κάρο είχε κάνει. Ξέρεις, στο 'χω ξαναπεί, Μάτια να διαβάζεις.

Τρία χρόνια μετά, πολλά άλλαξαν, χάνεσαι με κάποιους, δεν μιλάς πάντα με όλους όσους θα ήθελες.

Έκανα ένα ταξίδι στο χρόνο. Για 48 ώρες.

Ένα μπεμπέ μόλις είχε μπει στη θέση του και ωριμάζει μέχρι να έρθει η ώρα να μας χαμογελάσει σε κάποιους μήνες.

Αυτός ήταν εκεί, η αγκαλιά η ίδια, απαράλλαχτη. Το μυαλό πεντακάθαρο, ανοιχτό, ορθάνοιχτο και διψασμένο να μάθει τον κόσμο, το Σύμπαν. Ξέρεις πως είναι να νιώθεις ότι γνωρίζεις κάποιον για χρόνια; Σαν να είστε φίλοι από τότε που γεννηθήκατε. Κι ας γεννηθήκατε σε άλλες δεκαετίες, σε άλλα σύνορα.

Το λιμάνι μου ήταν εκεί. Τα χαμόγελά τους, πιο πλατιά. Σαν να ήμουν ο μακρινός συγγενής που ήρθε να τους δει. Μιλήσαμε για αέρηδες, κότερα, λιμάνια, καταστροφές και όνειρα. Και ήταν τόσο γεμάτο, τόσο αληθινό. Τα παιδιά μεγάλωσαν, ψήθηκαν κι άλλο. Βγάζω το καπέλο στους γονείς, έκαναν καλή, πολύ καλή δουλειά. Ξέρεις, τα παιδιά που δουλεύουν από μικρά σε τέτοια μέρη, ωριμάζουν τόσο γρήγορα, τόσο λαμπρά. Ίσως αυτό αποζητούσα κι εγώ τότε, το '96.

Η ψυχή με προσμονή και ένταση με συνάντησε. Τρία χρόνια μετά, στα ίδια μέρη, μια νύχτα του καλοκαιριού, σε ένα δωμάτιο χωρίς φώτα, αντίκρυ ο ένας με τον άλλον, κομμάτια από τις ψυχές μας ενώθηκαν και το σύμπαν μας διέτρεξε με όλη την ενέργεια που είχε. Σαν δυο καλώδια που ενώθηκαν δίνοντας δίοδο για μια ένωση αιώνια. Μια σχέση αίματος και πόνου κοινού. Χαμόγελου κι ελπίδας.

Το σύμπαν μου απέδειξε έμπρακτα πως όταν έχεις αρκετή υπομονή, αποκαλύπτει τα υπέρτατα. Τα αιώνια. Τα μοναδικά.

Δάκρυσα. Αληθινά. Έκλαψα.
Δεν μπορούσα να συγκρατήσω το συναίσθημα που με έπνιγε.

Κι αυτά τα δάκρυα ήταν από αστερόσκονη.

Ήταν κομμάτι κι αυτά του σύμπαντος που ένιωθε.