10 Φεβ 2006

Καρό


Ήρθε λοιπόν η ώρα να μιλήσω για το Καρό. Ναι, το καρό.

Πάσχα 2005. Διασκέδαση σε ένα κλαμπ της βόρειας Ελλάδας. Νύχτα. Κόσμος πολύς. Με την άκρη του ματιού μου έλεγχα τους πάντες. Κάπου πήρε το μάτι μου ένα παλικάρι. Ένα παλικάρι που φορούσε ένα καρό, κολλητό, κοντομάνικο πουκάμισο. Ήταν μαζί με έναν φίλο του. Μου άρεσε. Δεν έδωσα σημασία. Να έκανα τι άλλωστε;

Ε, από εκείνη την ημέρα, το καρό με στοίχειωσε... Την επόμενη μέρα ήταν μπροστά μου, πεζός στο φανάρι.. Πήγα για καφέ, μπροστά μου. Πήγα για ποτό, μπροστά μου. Έκανα δουλειές στο κέντρο της πόλης, δίπλα μου...

Παντού και πάντοτε, τον συνόδευε μια κοπέλα. Μικρότερη από αυτόν. Αυτός 25-26. Αυτή γύρω στα 22. Αλλά ποτέ και πουθενά δεν την άγγιζε. Δεν τη φιλούσε. Δεν της φερόταν όπως θα φερόταν κάποιος ερωτευμένος. Σε έναν από τους πάμπολλους καφέδες που ήπιαμε "μαζί", κατάφερα να ακούσω ότι ήταν η αδερφή του. Σημειωτέον ότι έβγαινε συνήθως με την κοριτσοπαρέα της αδερφής.


Έτσι λοιπόν πέρασε και το καλοκαίρι. Με τα ίδια σκηνικά. Η πόλη μικρή. Αλλά ο συγχρονισμός μας στα μέρη που βγαίναμε, ανατριχιαστικός. Σχεδόν "συνεννοημένος". Ένα ολόκληρο καλοκαίρι σκεφτόμουν, έσπαγα το κεφάλι μου να βρω τρόπο να του πω έστω ένα "γεια". Τίποτα. Κολλητές μου κι εγώ, σαν βόδια, δεν βρίσκαμε κάτι. Και να βρίσκαμε δηλαδή, εγώ ως ένας εκ των πλέον ντροπαλών ατόμων στον πλανήτη, δεν θα έκανα κάτι.

Σεπτέμβρης και φεύγω από Ελλάδα για άλλη μια φορά. Με την υπόσχεση ότι τα Χριστούγεννα θα έκανα την κίνησή μου. Σε όλο αυτό το διάστημα τα διάσημα πλέον προαισθήματά μου έδιναν και έπαιρναν. Κάθε φορά που έβγαιναν οι φίλες μου πίσω στην πατρίδα, έπαιρναν "χρησμό" από τον Τειρεσία... Θα τον δείτε σήμερα, δεν θα τον δείτε σήμερα.. Τα αποτελέσματα πάντα επιτυχημένα...

Τα Χριστούγεννα λοιπόν για να μην τα πολυλογώ, ένα βράδι, του έστειλα σφηνάκι, αφού μάζεψα όσο θάρρος, θράσσος(τα πιάτα και κάτι φραγκοδίφραγκα που είχα στην τσέπη μου) είχα. Είπα στη σερβιτόρα να πει ότι το έστειλε το μαύρο πουκάμισο, εις μνήμην του ψευδωνύμου που είχα υιοθετήσει γι' αυτόν τόσο καιρό. Το πήρε. Με εντόπισε. Ήρθε στα 2 μέτρα από εμένα, σε κάτι φίλες του και το ήπιε εκεί. Μπροστά μου. Εγώ να λιώνω. Να μην μετανιώνω ούτε στιγμή για την κίνησή μου. Αυτός έμεινε εκεί για την υπόλοιπη ώρα. Χόρεψε, πράγμα που δεν είχε κάνει όσο τον ήξερα. Κοιτούσε. Κοιτούσα. Αλλά δεν ήρθε. Κι εγώ δεν πήγα. Μετά πήγε πίσω στην αδερφή του και στους υπόλοιπους. Καθόταν παράμερα ακουμπώντας στον τοίχο. Κοιτούσε. Πάλι τίποτα. Το συμπέρασμά μου; Φοβήθηκε.. Γιατί δεν πήγα; Γιατί δεν ήθελα να τον φέρω σε ακόμα δυσκολότερη θέση από το σφηνάκι.

Πήγα σπίτι. Έγραψα ένα χαρτάκι με όλη την ιστορία εν περιλήψει αποφασισμένος να του το δώσω με το που θα τον ξαναέβρισκα. Αλλά η αναχώρισή μου για έξω με πρόλαβε...
Εν αναμονή λοιπόν του Πάσχα και πάλι..

Το Σάββατο που μας πέρασε, αφήνω το γεγονός ότι είχα πάλι το προαίσθημα, ήταν μπροστά από τις κολλητές μου. Επί 3 ώρες γυρνούσε και έψαχνε "κάτι" ή "κάποιον". Πράγμα που για να το αναφέρουν οι φίλες μου, πρέπει να γινόταν πολύ πολύ πολύ πολύ έντονα......
Με θυμάται...

Πέταξα στα ουράνια...

Είναι ο μοναδικός άνθρωπος που κομπλάρω μπροστά του.. Το πρόσωπό του μου βγάζει μόνο θετικά συναισθήματα... Η αίσθηση που έχω είναι ότι αυτή η ιστορία, που θα λήξει το Πάσχα, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, θα έχει καλή κατάληξη...
Ακούγομαι σαν γυμνασιόπαιδο... Είναι όμως η πρώτη φορά που νοιώθω έτσι... Δεν ξέρω... Το μόνο που ξέρω είναι ότι το Πάσχα, θα του μιλήσω, ο κόσμος να χαλάσει...

Είχα δώσει άλλη μια υπόσχεση στον εαυτό μου. Ότι δεν θα μείνω κολλημένος εκεί. Ότι από τη στιγμή που ούτε το όνομά του ξέρω, πρέπει να συνεχίσω τη ζωή μου. Προχθές γνώρισα έναν Ιταλό...Ενδιαφέρον παιδί. Του είπα τα πάντα όμως. Του είπα ότι δεν μπορώ να αφεθώ εύκολα.. Ότι έχω μια σκέψη πίσω στην Ελλάδα...

Δεν μπορώ να ξεκολλήσω. Δεν ξέρω αν θέλω...
Το Πάσχα είναι κοντά...