20 Μαρ 2006

Εσωστρεφής

Η κουζίνα της δεσποινίδος Μελανίας δεν ήταν τελείως κουζίνα. Πάτωμα πλακάκι δίχρωμο, λευκό και βεραμάν σχήματος μπακλαβά, ήταν στη φάτσα του σπιτιού, κουζίνα και σαλοτραπεζαρία ταυτοχρόνως, με μπαλκόνι και λουτροκαμπινέ - αυθαίρετος αυτός. Ήταν χτισμένος στη γωνία του δωματίου, να κλέβει λίγο απ' το μπαλκόνι. Αρχικώς την πόρτα την είχαν έξω, πλην η Μελανία άλλαξε τη διαρρύθμιση όταν η κυρία Γιασεμή τη ρώτησε ένα μεσημέρι καλέ δεσποινίς Μελανία μου, τρίτη φορά που ενεργείσαι απ' το πρωί. Και επίσης το Σοφάκι είχε πει επανειλημμένως στη Νάνση καλέ γιατί τόση συχνουρία η αδερφή σου, προστάτη έχει; Οι κλώσσες, είπε η Μελανία, κρατάνε λογαριασμό κάθε πότε πάμε στον απόπατο. Σοφάκι μου, της έριξε σπόντα την άλλη μέρα, από προστάτη μπορεί να πάσχει η Ελλάς εκ γενετής της, εγώ είμαι μια χαρά φυσιολογική. Και έτσι έχτισε την πόρτα του καμπινέ στο μπαλκόνι και άνοιξε μία μέσα, στην κουζίνα. Αυτό το έκανε επιπλέον όταν έπιασε εραστή, και αυτός ντρεπόταν να προσέρχεται στην τουαλέτα ενώπιον της γειτονιάς και κινδύνευε να σπάσει η φούσκα του και έπεφτε η απόδοσή του. Έτσι, η αρχιτεκτονική του λουτροκαμπινέ έγινε εσωστρεφής.

Το σπίτι το είχαν κληρονομία από τη γιαγιά της, καθώς και τη μαντεμένια μασίνα, όπου τώρα πραγματοποιούσε κατάληψη η Νάνση. Από το μπαλκόνι μας βλέπεις μέχρι και την Ακρόπολη, καμάρωναν και οι δύο αδερφούλες. Ακρόπολη ακριβώς δεν έβλεπες, όμως, πεισμάτωνε η Μελανία, από γεωγραφικής απόψεως η Ακρόπολις κείται ακριβώς απέναντί μας, και αν δεν έμπαιναν στη μέση οι πολυκατοικίες τριών συνοικιών, τον Παρθενώνα θα τον είχα στο πιάτο μπροστά μου.

Για την ώρα, μπροστά της είχε τον πισινό της αδερφούλας της, εγκλωβισμένον στην κολλάν βερμούδα. Ακολουθούσε η πίσω όψις των ποδιών της αδερφούλας, οχυρωμένα σε καλσόν με ραφή. Η Νάνση πάντα αυτοκτονούσε μπρουμυτισμένη.

Δίπλα στις γόβες της Νάνσης , στο πάτωμα, ένα αρνί σχήματος εμβρύου σε ταψί, περικυκλωμένο από πατάτες - όχι αρνί πλήρες, μόνο στήθος, σβέρκος και το κεφαλάκι, η Νάνση του είχε κάνει έξωση, δεν χωρούσαν στη μασίνα ταυτοχρόνως, εξάλλον θα λαδωνόταν, άσε που το αρνί μυρίζει αρνίλα και δεν πήγαινε καθόλου με το άρωμά της, επιπλέον δε και παχαίνει, στοχαζόταν μέσα στη μοναξιά του φούρνου η Νάνση, μαστουρωμένη κάπως, είχε πιά ρουφήξει κάπου χιλίων δραχμών πετρογκάζ, καλέ εγώ γλάρωσα! ξανασκέφτηκε. Εάν δεν πεθάνω εγκαίρως, θα με πάρει ο ύπνος, ήμαρτον! Και αγωνιζόταν να διατηρήσει σε καλή ποζισιόν τις γάμπες της, εκτός φούρνου.

Απόσπασμα από το αισθηματικό μυθιστόρημα του Πάυλου Μάτεσι " Πάντα καλά " .