20 Σεπ 2006

Scripta Manent: Κεφάλαιο 1o, "Γνωριμία"


Από που να αρχίσω και που να τελειώσω... (ατάκα που ειπώθηκε και στην περιβόητη συζήτηση με τον πατέρα 2 εβδομάδες πριν...) Ας τα πιάσω τα πράγματα από την αρχή.

Αυτό το καλοκαίρι άρχισε όχι και τόσο ιδανικά. Κλασσικά ήμουν μόνος, σωματικά και ψυχικά. Το πρόβλημά μου όμως, ένα από τα πολλά δηλαδή, ήταν πως δεν είχα κάτι να προσμένω. Συνήθως-και δε θα πω το γιατί-όταν κατέβαινα στην πατρίδα, είχα ήδη κανονισμένο να συναντηθώ με 1-2 άτομα για να δω πως θα πάει. Κάτι σαν ραντεβού από το δίκτυο στα τυφλοφάνερα. Τέλος πάντων φέτος δεν είχε γίνει κάτι τέτοιο. Είχα μιλήσει με κάποιον αλλά μου φαινόταν "κάπως" και δεν είχα δώσει σημασία.

Με το που κατέβηκα από το αεροπλάνο στην Αθήνα, μου έρχεται μήνυμα από αυτόν, τον οποίο θα αποκαλώ Θ. Με τα λίγα τα πολλά, την επομένη μέρα το απόγευμα πίναμε καφέ μαζί. Στην αρχή ένοιωσα όμορφα. Όμορφα γιατί έβλεπα πως προκαλούσα ένα φλερτ, μια έλξη. Στο κάτω κάτω ποιός δεν ανεβαίνει ψυχολογικά όταν προκαλεί κάτι τέτοιο; Πήγαμε μαζί και στη θεατρική παράσταση Μια νύχτα με το Σαίξπηρ, όπου ένοιωσα διάφορα πράγματα. Πάντα ο Σαίξπηρ μου προκαλεί έρωτα για τον Έρωτα...

Δυστυχώς εκείνες τις ημέρες έτρεχα και δεν έφτανα. Είχα να ποτίζω 2 κήπους καθότι έλειπαν γονείς και γιαγιά, είχα να κάνω κάτι επισκέψεις σε συλλόγους και άλλα, να πάω κανένα μπάνιο-φυσικά να δω τη θάλασσα από μακριά καθότι κρυουλιάρης και δεν διανοήθηκα να μπω τις πρώτες μέρες-να πεταχτώ και στην άλλη γιαγιά να φάω καμιά μέρα, ε μ'αυτά και μ'αυτά, δε κάθησα να ασχοληθώ για το τι συνέβαινε με τον Θ.

Σάββατο μεσημέρι, ξεκινάμε για μπάνιο με τη τσακαλοπαρέα. Ετοιμάζουμε μπανιερά και ιστορίες. Η συνάντηση ως συνήθως ήταν για τις 4 το απόγευμα. Ναι, η πόλη μας δεν είναι Αθήνα που κάνεις 700 ώρες να πας για μπάνιο και 700 να γυρίσεις. Στο 15λεπτο το πολύ, βρέχεις το πόδι σου στο πέλαγος.

Πριν να ξεκινήσω λοιπόν μου έρχεται ένα μήνυμα από φίλο ότι κάποιος γνωστός μας από το νετ ήταν στα μέρη μου φαντάρος και είχε έξοδο, αν ήθελα κι εγώ να πίναμε κανένα καφέ. Μιλάμε με τον "γνωστό" και συνεννοούμαστε να βρεθούμε. Θα έπαιρνε το λεωφορείο γιατί ήταν σε άλλη κοντινή πόλη και σε καμιά ωρίτσα θα βρισκόταν σε μας. Όταν λέμε γνωστός εννοώ πως ήταν, γιατί μιλούσαμε περιστασιακά από το δίκτυο κοντά στον ένα χρόνο, αλλά ποτέ δε σκεφτήκαμε ότι μας έδενε κάτι. Στην αρχή μπορώ να πω πως με γοήτευσε, αλλά είχα παρατηρήσει πως δεν βρισκόταν σε κατάσταση ηρεμίας και ψαξίματος τότε, συνεπώς το μόνο που μπορούσα ήταν στην αρχή να προσπαθήσω να τον ηρεμήσω, αλλά βλέποντας πως δεν άφηνε περιθώρια να τον πλησιάσω έστω και φιλικά, τον άφησα ήσυχο από εμένα και απλώς συνεβρισκόμασταν που και που διαδικτυακά και ανταλλάσαμε κάποιες κουβέντες.

Πίσω στην ιστορία μας λοιπόν. Με το που φτάνουμε για μπάνιο, αργήσαμε λίγο ομολογουμένως μέχρι να βρούμε να παρκάρουμε καθότι όλη η πόλη Σαββατιάτικο, για μπάνιο ήθελε να πάει, φτάνει αυτός στην πόλη. Του τηλεφωνώ να δω που βρίσκεται. Παράλληλα, αρχίζει να ψιχαλίζει κιόλας, τα μαζεύουμε κι εμείς-αφού τελικά κανείς δε μπήκε για μπάνιο, δεν προλάβαινε άλλωστε-και βουρ για πίσω.

Αφού έκανα την παράδοση κατ'οίκον όλης της παρέας, έφτασα στο κέντρο της πόλης, πάρκαρα και πήγα με τα πόδια στο ΚΤΕΛ, να τον παραλάβω.

Το όνομα του "γνωστού", Δ.

Εκεί, έγινε κάτι μαγικό...