6 Μαΐ 2007

904



"Σ' αγαπάω. Ακόμα κι αν δεν το πιστεύεις.. Και θα κάνω τα πάντα για να σου αποδείξω ότι ισχύει".

Ανέλπιστο.. Αναπάντεχο.. Πανέμορφο.. Ίσως ό,τι πιο γλυκό μου έχει πει ποτέ κανείς..

Το Σάββατο πήγα στη Ρώμη. Πάλι. Έτσι. Γιατί ήθελα να τον δω. Να του μιλήσω από κοντά. Να τον έχω αποκλειστικά, για λίγες ώρες.

Έστριψε στη γωνία και τον είδα να έρχεται προς το μέρος μου. Σηκώθηκα απ' το παγκάκι. Ήρθαμε κοντά. Τον είδα, καταβεβλημένο. Χαμογελαστό αλλά κουρασμένο, ψυχικά. Περπατήσαμε για λίγο και πήγαμε να φάμε για μεσημέρι. Είχα μαζί μου ένα δώρο.

Από τη πρώτη μέρα μου έδειξε το παιδί που ακόμα ζει μέσα του. Από τη πρώτη μέρα έβλεπα σε κάθε κίνησή του, έναν άνθρωπο που θέλει να μεγαλώσει κι ένα παιδί που δεν τον αφήνει. Όταν κάνει κάτι που θα μπορούσε να με εκνευρίσει, αυτόματα - σαν τα αθώα παιδάκια που κάνουν κάτι κατά λάθος - μου έλεγε "μη θυμώνεις..". Μα πώς θα μπορούσα να θυμώσω. Έστω κι αν με έκανε να πονέσω. Έστω κι αν με έκανε να κλαίω βράδια ολόκληρα μη ξέροντας που βρίσκεται ή αν είναι καλά. Πώς θα μπορούσα να του θυμώσω..

Από καιρό έψαχνα να βρω να του πάρω κάτι. Τις δυο τελευταίες εβδομάδες άρχισε να καλλιεργείται η ιδέα του Μικρού Πρίγκηπα. Τη Παρασκευή λοιπόν, του το αγόρασα, έγραψα μια αφιέρωση μπροστά και το Σάββατο του το έδωσα..

"Γιατί μόνο με τη καρδιά βλέπεις σωστά...

Γιατί όταν σε κοιτάζω, βλέπω το πιο όμορφο και το πιο μελαγχολικό τοπίο του κόσμου...

Γιατί όλοι οι μεγάλοι, στο ξεκίνημα ήταν παιδιά...
Γιατί λίγοι το θυμούνται...

Γιατί εσύ το θυμάσαι...

Στο Μικρό μου Πρίγκηπα

Ο εξημερωμένος Δ."


Του το έδωσα τη στιγμή που μου έλεγε ότι δεν αντέχει άλλο μέσα στο σπίτι.. Ότι αγχώνεται και πιέζεται πάρα πολύ επειδή δεν έχει πλέον τον προσωπικό του χώρο που τόσο χρειάζεται. Την ηρεμία του. Τη γαλήνη που όλοι μας χρειαζόμαστε όταν γυρίζουμε στο σπίτι μετά από το άγχος της δουλειάς, των μαθημάτων, των ενασχολήσεών μας.

Παρατήρησα το πρόσωπό του. Έλαμψε. Φωτίστηκε. Τα ματάκια του ίδρωσαν.

Περπατήσαμε πάλι. Μιλούσαμε για άσχετα. Μιλήσαμε και για μας. Τις τελευταίες ημέρες επέμενε να μου λέει "τι θα κάνω εγώ με σένα". Σαν φράση θα μπορούσε να είναι ένα σκέρτσο. Μια χαριτωμενιά. Αλλά λαμβάνοντας υπόψιν όλην την προϊστορία με "πρώην" και συναφή, με άγχωνε. Του το είπα. Μου απάντησε ότι αυτός αγχώνεται αν δεν μου τη λέει. Με ξαναρώτησε.. Τότε του απάντησα ότι αυτός είναι ο μόνος που μπορεί να βρει τι θα κάνει με μένα.

Ήδη σ' εκείνο το σημείο, άρχισα να σφίγγομαι. Δεν ήξερα για άλλη μια φορά τι να περιμένω..(δεν πρέπει να περιμένει κανείς, τα πράγματα έρχονται από μόνα τους). Με ρώτησε τι πρέπει να κάνουμε για να μην εκνευρίζομαι και για να μην εκνευρίζεται. Του απάντησα ότι κατ' εμέ, το καλύτερο είναι να λέμε ο ένας στον άλλον τι μας εκνευρίζει. Έτσι θα το δουλεύουμε από κοινού το θέμα.

Σιγά σιγά αρχίσαμε να χαλαρώνουμε τη συζήτηση. Καθόμασταν συχνά γιατί πονούσε το πόδι του. Με έβλεπε να δείχνω ενδιαφέρον για το πώς είναι και πώς αισθάνεται. Ώρες ώρες σκέφτομαι ότι αισθάνεται "ανεπαρκής" όταν του δείχνω ενδιαφέρον γιατί δεν του "βγαίνει" να κάνει το ίδιο στον ίδιο βαθμό. Ποτέ δεν απαίτησα κάτι τέτοιο. Δεν απαιτώ. Αναζητώ βασικά πράγματα. Δίνω κι ελπίζω να πάρω. Δεν δίνω για να πάρω. Δίνω γιατί δεν αντέχω να σκέφτομαι ότι δεν είμαι "εκεί" γι' αυτόν.. Δίνω γιατί θέλω να κάνω ό,τι περνάει απ' το χέρι μου για να ελαφρύνω έστω κατά ένα γραμμάριο όποιο βάρος κι αν σηκώνει.. για να είναι αυτός καλά.. ήρεμος.. και να χαίρεται.. να χαμογελάει χωρίς να παγώνει το χαμόγελό του μετά από λίγο..

Η ημέρα έληξε με ένα "σ' αγαπώ" απ' τη πλευρά μου κι ένα "το ξέρω" απ' τη δική του..

Σήμερα το απόγευμα, σε ανύποπτο χρόνο και αδιάφορη συζήτηση,
μου εμφανίστηκε στο κινητό η πρώτη φράση του παρόντος άρθρου..

Όποιο σφίξιμο κι αν είχε απομείνει από χθες, όποια αμφιβολία κι αν είχε δημιουργηθεί από τα "τι θα κάνω με σένα" και τα συναφή, εξαερώθηκαν, εξαϋλώθηκαν, εξαφανίστηκαν στη μέθεξη της πιο όμορφης φράσης που μου έχει πει άνθρωπος.

Γιατί γνωρίζω, ότι τα λόγια του, ποτέ δεν ήταν, δεν είναι και δεν θα' ναι, λόγια του αέρα..