24 Ιουν 2008

Με καλοκαιρινή διάθεση


Καλοκαίρι. Ήρθε κι επίσημα με το θερινό ηλιοστάσιο μερικές μέρες πριν. Οι μέρες άρχισαν ήδη να μικραίνουν αλλά λόγω του φαινόμενου της θερμοκρασιακής μνήμης, το κλίμα ζεσταίνει μέρα με τη μέρα. Τα τσιμέντα αρχίζουν να καίνε. Οι ζέστη αρχίζει να γίνεται αφόρητη κι εμείς αρχίζουμε να λιώνουμε.

Σήμερα είχε πολύ ζέστη. Σπάνιο φαινόμενο για τα Απέννινα. Δεν πήγα βιβλιοθήκη. Λίγο η ζέστη, λίγο η ανόρεχτη διάθεση να κουνηθώ, με άφησαν μέσα στο σπίτι, να κάνω φιλότιμες προσπάθειες να διαβάσω, αλλά τελικά να λύνομαι στο γέλιο με τα παιδιά στο Plurk.

Απόψε έκλεισα εισιτήριο για Ελλάδα. Είναι γνωστό ότι μ'αρέσει να οδηγώ. Είπα λοιπόν να δοκιμάσω τον εαυτό μου και να μάθω πόσο πολύ μ'αρέσει να οδηγώ. Έτσι, το εισιτήριο που έκλεισα είναι με πλοίο με διαδρομή Bari-Ηγουμενίτσα. Θα πάω Ελλάδα με το αυτοκίνητο αυτή το φορά. Κάθησα, τα υπολόγισα και αποφάνθηκα πως τα έξοδα με την εκτόξευση των καλοκαιρινών τιμών με αεροπλάνο, είναι ακριβώς τα ίδια. Με ατού το να έχω τον Cipi μου στην Ελλάδα και να κάνω τις βόλτες μου.

Συνάμα, αυτές τις μέρες κανονίζουμε με παρέα από Ελλάδα, τις διακοπές μας. Ευελπιστούμε να πάμε Σκιάθο. Είμαι ερωτευμένος μ'αυτό το νησί.. Ελπίζω να κανονιστούν έτσι ώστε να το καταφέρουμε φέτος. Θα ζώσω την Ελλάδα με το τουτου, αλλά μ'αρέσει :)

[...]
Ο Μίρκο κρύωνε. Δεν περίμενε μετά τους πενήντα βαθμούς, πως θα τουρτούριζε όπως το χειμώνα στο Τορίνο. Ο Σαάντ τον είχε προειδοποιήσει.
-Στο είχα πει.
-Το ξέρω.
-Αν θέλεις προλαβαίνουμε να γυρίσουμε πίσω.
-Θα συνεχίσω.
-Δεν είσαι συνηθισμένος.
-Το ξέρω.
Ο Μίρκο ήταν πεισματάρης. Από μικρός, όταν έπεφτε από κάποιο δέντρο που σκαρφάλωνε, δεν έκλαιγε. Μόνο έσφιγγε τα χείλια. Έσμιγε τα φρύδια. Πείσμωνε και τη δεύτερη φορά ανέβαινε πιο ψηλά.
-Θα συνεχίσω. Δεν ήρθα τόσο δρόμο για να τα παρατήσω στη μέση.
Ο Σαάντ δεν είπε τίποτα. Συνέχισε να σκαλίζει τη φωτιά. Σε λίγο, τα μάτια και των δυο κλείναν.
[...]

Καθισμένος στο μπαλκονάκι μου, γράφω κι έχω την εντύπωση πως μου χαϊδεύει τα πόδια η θαλασσινή αύρα. Έξω σχετική ησυχία, με μόνα τα αυτοκίνητα να σπάνε που και που τη γαλήνη του βουνού. Όσο περνάει η ώρα, η φασαρία διαλύεται και το γλυκό καλοκαιρινό ρίγος σκαρφαλώνει στη πλάτη, φέρνοντας θύμησες και μνήμες από περασμένες διακοπές, από παλιά καλοκαιρινά βράδια με φίλους αλλά και γονείς. Τότε, που τα πράγματα ήταν απλά. Αγνά και ξέγνοιαστα.

Ο ουρανός απόψε είναι σκοτεινός. Τα αστέρια τρεμοπαίζουν αχνά, σημάδι πως κάπου εκεί ψηλά, ο άνεμος είναι δυνατός. Απ' την έξοδο της autostrada, του αυτοκινητόδρομου δηλαδή, φαίνονται να περνάνε λεωφορεία και φορτηγά. Ο κόσμος κινείται. Η γη ασταμάτητη. Τ'αστέρια τρεμοπαίζουν.

Κι εγώ, καθισμένος στο μπαλκονάκι μου, ταξιδεύω, ονειρεύομαι, χάνομαι και νοσταλγώ, τα χρόνια που έφυγαν, τα χρόνια που έρχονται, τους πόνους και τις χαρές που ακόμα δεν μου χτύπησαν τη πόρτα. Κοιτάζοντας κάπου εκεί έξω, καδραρισμένη στο κούφωμα της πόρτας, πρέπει να είναι η απεραντοσύνη που ονομάζουμε σύμπαν. Αλήθεια, πόσο μάταιη είναι η άπληστη φιλοδοξία του ανθρώπου, μπροστά σε κάτι το τόσο τέλεια σύνθετο..



Το απόσπασμα είναι από μια, ακόμη ανολοκλήρωτη, προσπάθεια γραφής μου.