5 Νοε 2008

Η αίσθηση που λείπει

Ακούστε διαβάζοντας by zero-project


Ξύπνησε. Ξύπνησε κι είδε τον ήλιο να ρίχνει ζεστές ματιές μέσα από τις κλειστές κουρτίνες. Τέντωσε τα χέρια και πήρε 3 βαθιές ανάσες. Μαλλιά ανακατεμένα και καρδιά που χτυπούσε ρυθμικά, μ' έναν τόνο και μια χροιά μελαγχολίας. Η νύχτα είχε περάσει. Και μαζί μ' αυτή, κατάλαβε ότι πέρασε κι ένα μέρος απ' τη ζωή του. Απ' τη ζωή που δεν έζησε. Απ' τη ζωή που πιθανώς δεν θα ζήσει ποτέ.

Κάθισε στο πλάι του κρεβατιού με τα πόδια να γαργαλάν το πάτωμα. Λες και δεν ήθελε να έρθει ακόμα σε επαφή με την πραγματικότητα. Λες και αν ακουμπούσε, το σύννεφο θα διαλυόταν και ο εαυτός του θα ήθελε να ξαναπάρει τον έλεγχο της σκέψης του. Θυμήθηκε ότι είχε ξεχάσει να πληρώσει το δωμάτιο αποβραδίς. Δεν έδινε δεκάρα. Δεν ήθελε να χαλάσει ακόμα τ' όνειρο. Η προηγούμενη νύχτα, όπως κάποιες απ' τις νύχτες που είχε περάσει σ' αυτό το πανδοχείο, ήταν στα πλαίσια μιας προσπάθειας, ενός στοιχήματος, μιας κόντρας με τις αδυναμίες του. Με τον εαυτό του. Με την καρδιά του.

Ένα απαλό αεράκι φύσηξε, παραμερίζοντας την κουρτίνα. Η θάλασσα έξω είχε ένα περίεργα γαλάζιο χρώμα. Ένα χρώμα που μόνο τα μάτια που έβλεπε την προηγούμενη νύχτα να τον κοιτάζουν είχαν. Πάτησε γερά στο πάτωμα και βγήκε στο μικρό, πέτρινο μπαλκονάκι του δωματίου. Ακούμπησε στα σκουριασμένα κάγκελα και το βλέμμα του χάθηκε στον ορίζοντα.

Ο αέρας του ψιθύριζε στο αυτί. Λόγια παλιών εραστών. Λόγια παλιών ερώτων. Όχι πάντα διαφορετικά. Αλλά όχι πάντα αδιάφορα. Γι' αυτόν. Νύχτες που πέρασαν συντροφιά με σώματα και καρδιοχτύπια. Με την αφή να καταπίνει στο διάβα της, ρυτίδες και μυς, δάχτυλα και πρόσωπα. Τη γεύση να μοιράζεται μαζί με την αφή τα ατελείωτα και ατελή φιλιά. Την ακοή να κρατάει το ρυθμό μαζί με τις καρδιές και τις ανάσες. Την όσφρηση ν' αναγνωρίζει σώματα και φόβους. Και την όραση να χάνεται μέσα σε χαμόγελα και νάζια. Αισθήσεις και παραισθήσεις έπαιζαν ένα περίεργο και απροσδιόριστο παιχνίδι. Εναντίον του.

Η αίσθηση όμως που πάντα έλειπε απ' όλα αυτά ήταν μια άλλη. Η μαγιά που κάποτε πίστευε ότι θα έκανε όλες αυτές τις αισθήσεις να λειτουργήσουν σαν μία. Σαν κάτι ολόκληρο. Ένα σύνολο αδιαχώριστο κι αδιάσπαστο και όχι σαν κομμάτια ενός παζλ που δεν ταιριάζουν το ένα με το άλλο. Πίστευε, ότι κάποτε θα μπορούσε να καταφέρει να βρει τη σωστή κόλλα για να τα ενώσει. Και να τα κρατήσει ενωμένα. Ο Τζέιμι όμως είχε κουραστεί.

Με το βλέμμα χαμένο στον ορίζοντα, εκεί που το όριο της θάλασσας με τον ουρανό είναι αχνό, εκεί που μπορεί ακόμη και τα όνειρα να γίνονται πραγματικότητα, ο Τζέιμι υποψιάστηκε ότι μπορεί αυτή την αίσθηση να μην τη νοιώσει ποτέ. Στη θέση της, ένοιωσε ένα ζεστό υγρό να αυλακώνει το μάγουλό του. Ένα δάκρυ, που στο μάγουλο ήταν ζεστό, αλλά στην καρδιά όξινο. Κι έκαιγε. Η αψάδα του τον έκανε να καταλάβει, πως τίποτα στον κόσμο δεν θα μπορέσει να του προσφέρει αυτό που πάντα ονειρευόταν. Αυτό που πάντα ήθελε. Αυτό που λαχταρούσε πάνω από ταξίδια και επιχειρήσεις.

Σε λίγο έπρεπε να ετοιμαστεί για να πάει στο μαγαζί με τα χαλιά. Τον περίμενε μια μέρα με πελάτες και πωλήσεις κι αυτός έπρεπε να φορέσει το πιο καλό του χαμόγελο. Το πιο ψεύτικο χαμόγελο που είχε στη ντουλάπα του για να μπορέσει να συνεχίσει.

Το όνειρο, θα έμενε όνειρο. Η προηγούμενη νύχτα, θα έμπαινε κι αυτή στο άλμπουμ των χαμένων βραδιών που πέρασε μαζί μ' έναν χαμένο άνθρωπο. Σαν κι αυτόν. Η ζωή του Τζέιμι, όπως οι ζωές όλων, ρυθμιζόταν απ' τις ζωές των άλλων. Κι αν οι άλλοι έχουν επιλέξει να ζουν τη ζωή τους έτσι, ο Τζέιμι, επαναστάτης, αντιδραστικός κι αμετάπειστος, έπρεπε να προσαρμοστεί για να επιβιώσει. Θα προσάρμοζε το σώμα του. Τις πέντε του αισθήσεις. Αυτά που μπορούσε να ελέγξει. Η άλλη, η αίσθηση που έλειπε, αυτή δεν ήταν στον έλεγχο κανενός. Δεν είχε λόγο επάνω της. Δεν μπορούσε να την εξουσιάσει. Γιατί, πολύ απλά, δεν τη γνώρισε ποτέ.