29 Νοε 2008

Light up




Γύρισε και είδε έναν καφέ λεκέ πάνω στα χαρτιά. Είχε να παραδώσει τον φάκελο σε τρεις ώρες και τώρα έπρεπε να ξανακάνει όλους τους υπολογισμούς απ' την αρχή. Παραμονές Χριστουγέννων και ο διευθυντής της, της είχε ξεκαθαρίσει ότι ήθελε άψογο τον φάκελο με την οικονομική μελέτη για το κολυμβητήριο που ήθελε να χτίσει ο δήμος. Την έπιασε πανικός. Κάθισε στο κουβούκλιό της και χώθηκε κάτω από τα χαρτιά. Αγόγγυστα. Όπως είχε συνηθίσει να κάνει πια τόσο καιρό με όλες τις ατυχίες της.

Χωρίς σχέδια για τα Χριστούγεννα, με μόνη λύση να ξαναγίνει η "θεία Σάλυ" και να πάει στον αδερφό της φορτωμένη με δώρα, για άλλη μια βαρετή βραδιά στην οποία η Άλισον θα της μιλούσε για το πόσο καλά πήγαιναν στο σχολείο τα ανίψια της και θα κόμπαζε για την καινούρια της γούνα, ο Τσάρλς θα κάπνιζε την πίπα του αρειμανίως και θα το έπαιζε σωστός οικογενειάρχης και τα μικρά, η Γκρέις και ο Σαμ θα την ζάλιζαν με τις φωνές τους και με τις αθώες αφελείς ερωτήσεις τους.

Είχε φτάσει τριανταπέντε χρονών και η τελευταία φορά που είχε κάποια σχέση, χανόταν κάπου στη δεκαετία των είκοσι. Έκτοτε, φοβισμένη, με την εμπιστοσύνη να της είναι μια ανάμνηση, η Σάλυ είχε κλειστεί στον εαυτό της και στη δουλειά της. Και τι δουλειά... Νούμερα παντού, να την κατακλύζουν χωρίς να έχει ουσιαστικά καμιά σχέση με τους συναδέλφους της - ούτε με τα νούμερα, περιορισμένη μέσα στο χώρο του γραφείου της. Απομονωμένη ανάμεσα σε 30 άτομα που φώναζαν, μάλωναν και αστειεύονταν μεταξύ τους.

Κάπου εκεί μέσα ήταν και ο Πήτερ. Ο Πήτερ δεν ήταν σαν τους άλλους. Τις φορές που της δάνειζε το χαμόγελό του στο μηχάνημα του καφέ, η καρδιά της με το μυαλό της πάθαιναν βραχυκύκλωμα διαρκείας. Η καρδιά έστελνε σήματα μόρς και το μυαλό της σήμα κινδύνου. Ήρεμος, χαμογελαστός, γοητευτικός, ευγενικός, ο Πήτερ απέπνεε έναν πηγαίο αέρα εμπιστοσύνης. Κι όμως η Σάλυ δεν τολμούσε να φέρει τα πράγματα πέρα από τη μικρή κουβέντα στο μηχάνημα του καφέ και το χαμόγελο που έπαιρνε μαζί της μέχρι το σπίτι.

Σήκωσε το κεφάλι της να πάρει μιαν ανάσα. Στο σημείο που τα κεφάλια προεξέχουν πάνω απ' τα κουβούκλια, είδε δυο μάτια να κοιτάζουν προς το μέρος της και αμέσως μετά να χάνονται. Σχεδόν αυτόματα έσκυψε κι αυτή, σαν να είχε κάνει κάποιο τραγικό σφάλμα. Η ώρα περνούσε. Οι υπολογισμοί έγιναν. Τακτοποίησε τα πάντα στο φάκελό της και σαν να βουτούσε σε κρύα και αβαθή νερά, πήρε μια βαθιά ανάσα πριν ξεκινήσει για το γραφείο του διευθυντή.

Γυρίζοντας, μετά από καμιά ώρα, οι περισσότεροι συνάδελφοί της πλέον είχαν φύγει. Παρατήρησε μια χριστουγεννιάτικη κάρτα πάνω στον εκτυπωτή του γραφείου της, ακριβώς δίπλα απο εκεί που στεκόταν, άδεια πια, η κούπα με τον καφέ που είχε πέσει πάνω στα χαρτιά της. Η κάρτα έγραφε:


Κάθε μέρα περιμένω την ώρα του καφέ στο μηχάνημα. Το χαμόγελό σου είναι σαν το χρώμα σε ένα έργο τέχνης. Το ένα δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς το άλλο. Πρέπει να το κάνεις περισσότερο. Τι θα έλεγες να δειπνήσουμε μαζί την παραμονή των Χριστουγέννων με τη συμφωνία να σε βλέπω να χαμογελάς;

Πήτερ

κι από κάτω με άλλου χρώματος στυλό:
ΥΓ: Συγνώμη για τον καφέ.

Δεν το είχε καταλάβει, αλλά μέχρι να φτάσει στο υστερόγραφο, το πρόσωπό της είχε αλλοιωθεί από ένα διάπλατα ευτυχισμένο χαμόγελο. Κοίταξε στο κουβούκλιο του Πήτερ. Ήταν άδειο. Ξαφνικά σκέφτηκε ότι κάποιος της έκανε πλάκα. Αυτό ήταν. Κάποιος είχε διαβάσει τις σκέψεις της και της έκανε μια Χριστουγεννιάτικη και κακόγουστη πλάκα. Μάζεψε γρήγορα τα πράγματά της και πήρε το ασανσέρ για το υπόγειο.

Περπατώντας στην ησυχία του πάρκινγκ, άκουσε τα βήματά της να διπλασιάζονται. Φτάνοντας στο αυτοκίνητό της προσπάθησε να βγάλει τα κλειδιά απ' τη τσάντα. Ταραγμένη ακόμα απ' τη φάρσα που κάποιος της είχε κάνει και προσπαθώντας να βάλει το κλειδί για να ανοίξει την πόρτα, τα κλειδιά προσγειώθηκαν στο βρώμικο τσιμεντένιο πάτωμα. Έσκυψε και είδε δυο γνώριμα παπούτσια να την κοιτάζουν απ' την άλλη πλευρά του αυτοκινήτου.

Σηκώθηκε αργά, με τα κλειδιά στο χέρι και ένα προαίσθημα ελπίδας να της σφίγγει την καρδιά.

"Λοιπόν;"