26 Μαΐ 2009

Όταν άλλαξαν όλα part 2



Οι πρώτες σειρήνες ασθενοφόρων άρχισαν να ηχούν ανατριχιαστικά γρήγορα, σημάδι πως ο μηχανισμός πολιτικής προστασίας ήταν σε ετοιμότητα και ανέμενε κάτι τέτοιο. Ο Ανήλικος αφού συνήλθε λίγο από το πρώτο ταρακούνημα, πήγε τρέχοντας να βρει τις φίλες και γειτόνισσες του για να δει αν ήταν καλά. Οι καημένες, μόλις είχαν κοιμηθεί και ο εγκέλαδος τις βρήκε στο κρεβάτι. Ευτυχώς ήταν καλά. Είχαν βγει κι αυτές με τις πυτζάμες έξω, με ένα κινητό στο χέρι, ένα μπουφάν και με το βλέμμα αναστατωμένο και τρομαγμένο.

Αφού σιγουρεύτηκε πως ήταν καλά, ο Ανήλικος τις άφησε και πήγε προς το σπίτι του για να δει, μόνο απ' έξω φυσικά, αν είχε ρωγμές. Έτσι όπως είχε τρέξει την ώρα του σεισμού, δεν είχε γυρίσει το βλέμμα ούτε στιγμή προς τα πίσω. Το σπίτι θα μπορούσε να είχε πέσει, να είχε γκρεμιστεί, αλλά η ανάγκη για επιβίωση ήταν πολύ μεγαλύτερη.

Μια μικρή μονοκατοικία ήταν το σπίτι του. Χτισμένο κάποια στιγμή πριν τουλάχιστον εξήντα χρόνια, ανακαινισμένο όμως σχετικά πρόσφατα και θωρακισμένο για σεισμούς. Εξωτερικά το σπίτι φαινόταν να είχε μερικές ρωγμές. Ήταν νύχτα όμως. Ο γείτονας τον βοήθησε να κλείσει τον γενικό του νερού και του γκαζιού. Η πόρτα, την οποία μέσα στη φούρια του είχε αφήσει ανοιχτή, τον άφησε να ρίξει μια ματιά στο εσωτερικό του σπιτιού. Δεν φαινόταν να είχε κάποια σημαντική ζημιά ο κάτω όροφος. Δεν τόλμησε όμως να μπει μέσα για να το επιβεβαιώσει. Έσβησε το φως, άφησε τον υπολογιστή αναμμένο δίπλα στον καναπέ, με το skype να κουδουνίζει συνεχώς, έκλεισε την πόρτα και παρέμεινε έξω. Ήξερε πως θα έπρεπε να περιμένει και άλλα χτυπήματα του εγκέλαδου. Δεν είχε τελειώσει τίποτα. Αντίθετα, τώρα ξεκινούσαν όλα.

Εκεί που ξεκινούσε να πάει να βρει πάλι τις γειτόνισσες, ένοιωσε πάλι τη γη κάτω απ' τα πόδια του να τρέμει. Ακινητοποιήθηκε αμέσως, ήρεμος ότι βρισκόταν σε ανοιχτό μέρος και δεν κινδύνευε, παρέα πλέον με ένα σωρό κόσμο που είχε στο μεταξύ βγει στους δρόμους. Εκεί γνώρισε κάποια κορίτσια που έμεναν στο bed&breakfast ακριβώς δίπλα απ' το σπίτι του. Με τα λίγα τα πολλά, πήγε μαζί τους σε ένα οικόπεδο, μαζί με άλλους γείτονες και άναψαν μια φωτιά για να ζεσταθούν.

Σαν εικόνα βγαλμένη από ταινία, γιαγιάδες και παππούδες γύρω από τη φωτιά, οι νεότεροι να φέρνουν ό,τι υπήρχε από ξύλα για να τα κάψουν και να ζεσταθούν, οι γυναίκες να φέρνουν ό,τι υπήρχε πρόχειρο σε φαγώσιμο, από γάλα και νερό, μέχρι μπισκότα για τη δυσκοιλιότητα της γιαγιάς. Το κρύο σε τρυπούσε κάτω από την πυτζάμα. Έπρεπε όμως να αντέξουν.

Οι μετασεισμοί χτυπούσαν ο ένας μετά τον άλλον. Χωρίς διακριτές παύσεις. Λες και η γη κάτω από τα πόδια τους είχε μεταμορφωθεί σε ένα παχύρευστο ποτάμι χώματος. Λες και τα πετρώματα έβραζαν. Ο θόρυβος των δονήσεων, το διαρκές τρέμουλο, οι ειδήσεις από το κέντρο της πόλης που σιγά σιγά είχαν αρχίσει να φτάνουν, δεν τους άφηναν να ηρεμήσουν ούτε μια στιγμή.

Ο Ανήλικος άνοιγε το κινητό κάθε μια ώρα. Βροχή τα μηνύματα και τα τηλεφωνήματα. Ο καλός του τον ενημέρωνε. Κλειστοί οι δρόμοι για τη Ρώμη. Η L'Aquila, ήταν μια αποκλεισμένη πόλη. Κανείς δεν έφευγε. Το κέντρο της πόλης δεν υπήρχε. Γύρω χωριά είχαν εξαφανιστεί. Άνθρωποι χαμένοι μέσα στα συντρίμμια. Ψυχές που αγωνιούσαν να αναπνεύσουν. Που πάλευαν να κρατηθούν στη ζωή. Πρώτο θέμα παγκοσμίως εκείνο το πρωινό. Και ο Ανήλικος βρισκόταν εκεί. Σκέφτηκε πως ορισμένες φορές, βλέποντας καταστροφές πίσω από το γυαλί της τηλεόρασης, μπορεί να επηρεαζόταν, αλλά συνειδητοποίησε, πως είναι ένα εντελώς άλλο συναίσθημα, πιο δυνατό, πιο οξύ, να βρίσκεσαι μέσα στην καταστροφή.

Κι άλλος σεισμός. Είχε ξημερώσει. Οι σειρήνες των ασθενοφόρων, τρυπούσαν τα αυτιά του. Αυτές τις σειρήνες δεν θα πάψει ποτέ να τις ακούει. Η κούραση είχε αρχίσει να κάνει εμφανή τα σημάδια της. Ένα περίεργο μείγμα κούρασης και εκνευρισμού που δεν τον άφηνε ίσως να καταλάβει πλήρως τι συνέβαινε.

Στο Twitter ένα σωρό κόσμος τον έψαχνε. Δεν είχε τρόπο να επικοινωνήσει μαζί τους. Βρήκε όμως diodo επικοινωνίας μέσω ενός diakopti που άνοιξε στο μυαλό του. Συγκινήθηκε από το ενδιαφέρον των παιδιών. Απ' τη Γερμανία έμαθε πως μέχρι κι ένα "χαμστεράκι" που του άρεσε να μασουλάει βρώμικα τα βράδια στην βουλιαγμένη, είχε ειδοποιήσει τον κόσμο ότι ήταν καλά.

Οι ώρες περνούσαν και τη θέση του κρύου, είχε πάρει ένας ήλιος που έκαιγε. Ο Ανήλικος είχε σκοπό να φύγει με το αυτοκίνητό του για τη Ρώμη. Μόνο που οι δρόμοι ήταν κλειστοί. Κάποια στιγμή, αφού ο κόσμος κυκλοφορούσε σιγά σιγά, σκέφτηκε να πάει να πάρει από το ισόγειο του σπιτιού, κάποια πολύ βασικά πράγματα. Το πάπλωμά του, το μαξιλάρι του, τον φορτιστή του κινητού του και το παντελόνι του που ήταν δίπλα στην πόρτα του σπιτιού. Θα τα έβαζε μέσα στο αυτοκίνητο. Τελικά πήρε κι άλλα πράγματα, πάντα μπαίνοντας και βγαίνοντας στο σπίτι, με ένα πράγμα τη φορά στο χέρι. Γρήγορα και χωρίς να χασομεράει. Ένας μεγάλος μετασεισμός, αναμενόμενος μετά τα 6.2 ρίχτερ, μπορούσε να χτυπήσει από στιγμή σε στιγμή.

Οι γείτονες είχαν μπαλαντέζα. Ο καθένας φόρτιζε για μισή ώρα το κινητό του. Με τη σειρά. Έπρεπε να εξυπηρετηθούν όλοι. Ο Ανήλικος προσπαθούσε μέσα σε όλα τα άλλα να ηρεμεί και τη μητέρα του από το τηλέφωνο. Επικοινώνησε με την πρεσβεία. Έμαθε πως μέχρι το βράδυ θα τους είχαν πάρει όλους από εκεί.

Η πολιτική προστασία πέρασε κάποια στιγμή και τους έφερε μπουκάλια με νερό. Πράγματι. Δεν είχαν ούτε νερό να πιουν. Κάποιοι Έλληνες γνωστοί του άρχισαν να μαζεύονται εκεί κοντά. Τα νέα από το κέντρο της πόλης ήταν απογοητευτικά και τρομακτικά συνάμα. Ένας Έλληνας λέει μέσα στα χαλάσματα. Μια κυρία δίπλα τους είχε χάσει τη αδερφή της αλλά δεν της το είχαν πει. Πόσο τραγικό ήταν να το ξέρουν όλοι οι άλλοι και αυτή όχι. Ένα παιδάκι μόλις είχε φτάσει, βγαλμένο μέσα από τα χαλάσματα ενός ορφανοτροφείου και έπαιζε με μια μπάλα.

Το έδαφος δεν είχε σταματήσει ούτε στιγμή να σείεται. Οι ώρες περνούσαν και η αβεβαιότητα αν θα έμεναν εκείνο το βράδυ εκεί ή αν θα κατάφερναν να φύγουν μεγάλωνε. Δήλωσαν ονόματα στην πρεσβεία. Δήλωσαν ότι ήταν καλά. Από την πρεσβεία τους ρωτούσαν αν είχαν νέα από άλλους Έλληνες. Τους είπαν να μαζευτούν σε δυο τρία σημεία ώστε να περάσουν από εκεί τα λεωφορεία για να τους πάρουν. Ο Ανήλικος άφησε τα πράγματα μέσα στο αυτοκίνητο, το κλείδωσε, άφησε μέχρι και τον υπολογιστή του εκεί και πήγε να περιμένει τα λεωφορεία που έμοιαζαν να μην έρχονται ποτέ.

Είχε ήδη μεσημεριάσει. Βροχή τα μηνύματα από γνωστούς και φίλους. Δεν μπορούσε να απαντήσει αλλά ήταν πολύτιμα εκείνες τις ώρες. Αργότερα έμαθε πως μέσα στη φουρτούνα τον έψαχνε και η El που εν τω μεταξύ είχε φτάσει για να προσφέρει τις υπηρεσίες της στην πόλη.

Μετά από αρκετές ώρες αναμονής, χτύπησε το τηλέφωνο του Ανήλικου. Ήταν ο οδηγός του λεωφορείου. Προφανώς είχε γίνει τόσο γνωστό το όνομά του στην Πρεσβεία από την μητέρα του και τον καλό του που τους τηλεφωνούσαν κάθε 5 λεπτά, που θα σκέφτηκαν οι άνθρωποι ότι ο Ανήλικος ήταν κάποιος μέγας και τρανός στην L'Aquila.

Μπήκαν στα λεωφορεία και ξεκίνησαν για τη Ρώμη. Ο Ανήλικος ήθελε να φύγει από εκεί. Οι γονείς του του είχαν πει πως ίσως να τους έδιναν μεταγραφή για την Ελλάδα. Με μόνο τη σκέψη ότι κάτι τέτοιο θα τον έπαιρνε μακριά από τον καλό του, ο Ανήλικος ξέχασε και σεισμούς και καταστροφές. Είχε το άγχος να δει τον άνθρωπό του. Αν δεν υπήρχε εκείνες τις στιγμές, αν δεν είχε κάνει τόσο αισθητή τη παρουσία του εκείνες τις ώρες, δεν θα μπορούσε να παραμείνει τόσο ψύχραιμος.

Δεν έφυγε για Ελλάδα εκείνο το βράδυ. Έμεινε στο σπίτι του καλού του. Μετά από μια ζεστή αγκαλιά στο αεροδρόμιο, πήγαν στο σπίτι του, έφαγε κάτι, πήρε κάποιο ηρεμιστικό για να κοιμηθεί, αλλά μάταια. Οι σειρήνες ηχούσαν ακόμη μέσα στο κεφάλι του. Ο καλός του κι αυτός άυπνος, του κρατούσε το χέρι. Δεν μπορούσε να κοιμηθεί μαζί του γιατί βρισκόταν στο σπίτι των γονιών του. Κι όμως κοιμήθηκε στον καναπέ δίπλα. Μια κίνηση που δεν θα ξεχάσει ποτέ.

Ο αποχαιρετισμός την επόμενη μέρα στο αεροδρόμιο ήταν ίσως ο δυσκολότερος που έζησε ποτέ. Δεν ήξερε αν την επόμενη φορά που θα τον ξανάβλεπε θα ήταν για να τον αποχαιρετήσει. Δεν ήξερε αν θα είχε τη δύναμη να αντισταθεί στην επιρροή των γονιών του για τη μεταγραφή.

Τα δάκρυα στον ώμο του καλού του ήταν τόσο αληθινά, τόσο ζεστά και είχαν γεύση αγάπης. Άφησε τον καλό του στον έλεγχο και πήρε τα δάκρυα μαζί του. Αυτά θα τον συντρόφευαν.

Στην Αθήνα τον περίμενε μια φίλη και μια έκπληξη. Αγκάλιασε την έκπληξη πρώτα. Ένοιωσε μια υπέροχη θαλπωρή που δεν τη γεύτηκε εντελώς. Οι δημοσιογράφοι σαν τα μαύρα κοράκια πέσαν πάνω του. Χωρίς έλεος. Χωρίς αιδώ. Απομακρύνθηκαν και αγκάλιασε και την άλλη φίλη.

Οι νύχτες και οι μέρες που ακολούθησαν ήταν δύσκολες. Οι άνθρωποι που είχε δίπλα του, πολύτιμοι. Οι μνήμες που ζωντάνεψαν όταν επέστρεψε στην πόλη για να πάρει τα πράγματά του, εφιαλτικές.

Τώρα από τη Ρώμη, ο Ανήλικος έχοντας μαζέψει τα κομμάτια του, σας γράφει και σας υπόσχεται να ζει τη ζωή του κάτω από ένα διαφορετικό πρίσμα. Σας ευχαριστεί όλους μαζί κι έναν έναν ξεχωριστά. Δεν ξέρει αν πρέπει να θεωρεί τον εαυτό του τυχερό που γνωρίζει τέτοιους ανθρώπους ή αν πρόκειται για κάποιο συγκεκριμένο παιχνίδι της μοίρας. Τα προαισθήματά του για άλλη μια φορά τον βοήθησαν. Η μοίρα, το πεπρωμένο, ο Θεός, κάποια δύναμη από κάπου αλλού ίσως να κινεί τα νήματα των ζωών των ανθρώπων και να στέλνει μηνύματα. Ίσως να μένει στους ανθρώπους η επιλογή για το αν θα ακούν αυτά τα μηνύματα ή αν θα τα παραβλέπουν..