9 Αυγ 2009

Η Νάντια κι ο Κόσμος

Το κλάμα του μωρού τυμπάνιζε στ' αυτιά της. Η ζέστη αφόρητη και ο ιδρώτας της προκαλούσε ένα αίσθημα δυσφορίας. Από το πρωί σήμερα έτρεχε. Το μωρό, οι δουλειές του σπιτιού, το πεζοδρόμιο που μάζευε όλη τη σκόνη του δρόμου και κάθε μέρα το σκούπιζε για να μην την κακοχαρακτηρίσει η γειτονιά, την είχαν κουράσει. Ο καλοκαιρινός ήλιος κρυβόταν πίσω από την δάφνη που κάποιος δήμαρχος είχε φυτέψει μπροστά απ' το σπίτι τους. Η Νάντια σηκώθηκε από το κρεβάτι, άφησε τον Γιώργο να κοιμάται ανάσκελα, σε μια στάση δίκην ελεύθερου ανοιχτής θαλάσσης και πήγε προς το σαλόνι.

Η κούνια του μωρού εμπόδιζε το στενό διάδρομο που άφηνε ο καναπές. Το σπίτι μικρό και τα έπιπλα, έξυπνα και πρακτικά τοποθετημένα, χωρίς χώρο για υπερβολές. Μια μικρή τηλεόραση στην πέρα άκρη του τραπεζιού, ο καναπές και το τραπεζάκι σχεδόν στη μέση και η κούνια του μωρού να ακουμπάει στον τοίχο δίπλα απ' το καλοριφέρ. Η πορτούλα του λιλιπούτειου μπαλκονιού, ανάμεσα στο τραπέζι και το τραπεζάκι άφηνε που και που λίγον αέρα να κυκλοφορεί στο μικρό διαμέρισμα του ζευγαριού. Είχαν βάλει πλώρη όμως να πάνε σε μεγαλύτερο. Με την άφιξη της μικρής, αποφάσισαν να προσπαθήσουν λίγο παραπάνω ώστε να μην της λείψει τίποτα.

Έσκυψε πάνω από την κούνια και είδε πως η μικρή είχε χάσει την πιπίλα της ανάμεσα στα ξύλινα κάγκελά της. Της είχε φανεί περίεργο που έκλαιγε. Δεν ήταν η ώρα της για να φάει ακόμα. Έκανε μερικές δουλειές, έπλυνε τα πιάτα, συγύρισε λίγο και μετά βγήκε να τινάξει τα δυο πατάκια. Ένα του μπαλκονιού κι ένα της εξώπορτας. Τότε, είδε πως στη γωνία, δυο σπίτια μακριά απ' το δικό της, είχαν μαζευτεί οι γυναίκες της γειτονιάς έξω απ' το ψιλικατζίδικο και κάτω απ' τη σκιά του δέντρου για καφεδάκι και κουτσομπολιό. Είδε την κυρία Τασία να της γνέφει.

Δεν το σκέφτηκε πολύ. Ο Γιώργος ήταν στο σπίτι και η μικρή ξανακοιμόταν. Πήρε το καρεκλάκι της απ' το μπαλκόνι και κατέβηκε τα 5 σκαλιά της άσπρης εξώπορτας. Πλησίασε στο ψιλικατζίδικο και βρήκε κι αυτή τη θέση της στην παρέα. Το κουτσομπολιό είχε ήδη ξεκινήσει. Η κυρία Ζωή της άλλης γωνίας πάντρευε την κόρη της και είχε ετοιμασίες. Την εκκλησία θα τη στόλιζαν με μωβ μπομπονιερί λουλούδια ενώ τελικά η κουμπάρα δεν είχε πάρει της προσυμφωνημένες λαμπάδες.

Η Νάντια άκουγε υπομονετικά και τις συνόδευε στο γέλιο. Ώσπου κάποια στιγμή την ρώτησαν αν είχε κάνει κι αυτή γλέντι στο γάμο της. Η Νάντια κουμπώθηκε. Δεν μιλούσε καλά Ελληνικά. Δεν είχε πολύ καιρό που είχε έρθει στην Ελλάδα. Δούλευε στην κυρία Τασία τα πρωινά και τη βοηθούσε στις δουλειές. Σήμερα που ήταν Σάββατο όμως είχε ρεπό.

Προσπάθησε να πει πέντε λέξεις στα Ελληνικά. Γιώργο-κήπο-τραπέζι-οικογένεια-μωρό. Δεν χρειάστηκε διερμηνεία. Όλες κατάλαβαν ότι επειδή είχε το μωρό το γλέντι το έκαναν στον κήπο του Γιώργου. Ακούστηκε ένα ομόφωνο "ααααααα!" και η συζήτηση συνεχίστηκε. Η Νάντια ανακουφισμένη που δεν την παρεξήγησαν συνέχισε να συνοδεύει τα γέλια των "φιλενάδων" της και να μαθαίνει για τον γιο της κυρα-Σούλας, για την καημένη την κυρα-Παρασκευή που έχασε τον άντρα της από εργατικό, για τον κυρ Στάθη που βγήκε στη σύνταξη και για την ξιπασμένη την κυρα-Βασιλική που δεν τις καταδεχόταν να κατέβει απ' τα "ουράνια" το ρετιρέ της για να καθίσει μαζί τους.

Η Νάντια ένοιωθε τυχερή. Το σπίτι μπορεί να ήταν μικρό, αλλά τουλάχιστον η γειτονιά ήταν φιλική. Ποιος ξέρει αν στη καινούρια γειτονιά, στο καινούριο σπίτι που θα πάνε θα έχει την ίδια τύχη. Έπρεπε να μάθει καλύτερα Ελληνικά. Προσπαθούσε να σημειώνει στο μυαλό της εκφράσεις και λέξεις απ' τις συναθροίσεις τους.

Ένα κλάμα ακούστηκε. Η μπέμπα ξύπνησε. Μάλλον είχε έρθει η ώρα της να φάει. Το κλάμα της μπέμπας τον τελευταίο καιρό, ήταν σαν ένα καμπανάκι που δεν την άφηνε σε ησυχία. Της υπενθύμιζε αδιάλειπτα τις υποχρεώσεις της. Αποχαιρέτησε τις φιλενάδες της και πήγε προς το σπίτι. Το απόγευμα είχε περάσει πάλι. Ο Γιώργος στο μπαλκονάκι με το ραδιάκι και την εφημερίδα θα της έκανε και πάλι συντροφιά απόψε. Αύριο ξημέρωνε Κυριακή.