28 Αυγ 2009

My Τζίνι!

Επέστρεψα λοιπόν στην Ιταλία, με έναν ανανεωμένο αέρα, αλλά και ίδιο ταυτόχρονα. Πιθανώς το "ίδιο" να οφείλεται στο γεγονός ότι ένοιωσα πως γύρισα σπίτι μου, παρόλο που πάντα πίστευα και πιστεύω ότι το σπίτι μου είναι εκεί που νοιώθω να δίνω και να παίρνω αγάπη.

Είδα φίλους, είδα μακρινούς φίλους που έφτασαν μέχρι τον βορρά για να βρεθούμε και να περάσουμε έστω και μια μέρα μαζί, γέλασα, έφαγα σαν το ζώον/βόδι/μοσχάρι/καταβόθρα και άλλα ευγενή, χαλάρωσα αρκετά, έκανα τη μελέτη μου για κάτι ξεναγήσεις που δεν εμφανίστηκαν ακόμη, πέρασα ένα άλφα βήτα ρεκτιφιέ, και γύρισα πίσω.

Ο γλυκός μου με περίμενε στο αεροδρόμιο με ένα χαμόγελο. Δεν ξέρω γιατί, αλλά και την προηγούμενη φορά που με περίμενε, ήμουν χλιαρός στην πρώτη συνάντηση. Το είχα αποδώσει στο σεισμό τότε. Μετά από 10 λεπτά φυσικά όλα καλά και άγια, αλλά δεν ξέρω για ποιο λόγο συμβαίνει το γεγονός.

Με πήγε σπίτι του, καθότι έλειπαν οι δικοί του. Έβγαλα ούζα, καφέδες, μπρίκια και άλλα λοιπά καλούδια που του έφερα και τα παρέδωσα στον παραλήπτη με μεγάλη επιτυχία. Εντελώς "ξαφνικά" πήγε και κλείστηκε στο δωμάτιό του. Την ψιλιάστηκα τη δουλειά εννοείται αλλά δεν μπορούσα για άλλη μια φορά να φανταστώ... Με ανεβάζει μετά από λίγο, ανοίγω την πόρτα, και βλέπω ένα κουτί ΝΑ - με το συμπάθειο - και ένα άλλο μικρότερο δωράκι δίπλα. Το κουτί είχε επάνω του μια καρτούλα. Διαβάζω την καρτούλα, λιώνω σαν το κεράκι της λαμπρής όταν το φυσάει ο ανοιξιάτικος άνεμος και καίγεται γρήγορα, και αρχίζω να ξετυλίγω αναγνωρίζοντας από τη μορφή του κουτιού το περιεχόμενο.

Σε ανύποπτο χρόνο είχα αναφέρει πως πάντα ήθελα να μάθω να γρατζουνάω μια κιθάρα, παρόλο που είχα καταλήξει στο πιάνο. Έτσι το μικρό μου τζίνι, μπήκε στον κόπο να μου πάρει μια κιθαρούλα για να κάνω κι εγώ το κομμάτι μου! Το ζουζούνι μου το όμορφο, ο γλυκός μου, ο ακριβός μου, έχει μια έφεση στα δώρα, όπως και να το κάνουμε!

Άρχισα εννοείται ήδη να κάνω κάλους στο αριστερό χέρι και συνεχίζω ακάθεκτος! Σε ένα πολύ μακρινό μέλλον, να περιμένετε και τραγουδάκι απ' τα χεράκια μου :Ρ

Τον φιλώ και του αφιερώνω το παρακάτω τραγουδάκι! Αυτός ο άνθρωπος είναι ό,τι καλύτερο μου έχει συμβεί εδώ και πολλά πολλά πολλά χρόνια.






16 Αυγ 2009

Ανήλικος και φέτος


Περίεργη χρονιά φέτος. Σεισμοί, ανακατατάξεις, ταξίδια, αγάπη. Όλα τα είχε. Η ζωή τελικά για άλλη μια φορά μου απέδειξε πως είναι απρόβλεπτη. Η ζωή για άλλη μια φορά μου απέδειξε πως πρέπει να τη ζήσεις για να την γευτείς. Σαν να έχεις πάθος με τη σοκολάτα και η τούρτα που έχεις μπροστά σου είναι άσπρη. Αν δεν την δοκιμάσεις, μπορεί να μην βρεις ποτέ την καρδιά της. Την καρδιά σου. Την καρδιά του...

Σήμερα, το μέλλον δεν με φοβίζει τόσο όσο παλιά. Σήμερα η μέρα θα είναι σαν τις άλλες. Σήμερα θα βάλω άλλο ένα λιθαράκι πάνω στον ανήλικο που όλοι γνωρίσατε. Άλλη μια πινελιά του χρόνου θα χρωματίσει ίσως 2 τρίχες, μια ρυτίδα που καλό θα είναι να αργήσει λίγο ακόμα. Η αγάπη άργησε πολλές μέρες. Ήρθε όμως. Η ευτυχία δεν θα έρθει ποτέ. Κανείς δεν την κατακτά. Όλοι παίρνουμε το μερίδιό μας απ' αυτή. Και μπορώ να πω πως στα 27 μου πήρα ένα γερό μερίδιο. Χωρίς να με αφήσει ποτέ να ξεχάσω πως δεν έρχεται ποτέ μόνη. Είναι δίδυμη και αχώριστη με τον πόνο. Και σαν αδέρφια δεν μένει ποτέ κανένα αδικημένο. Όμως είναι ακριβώς αυτή η προσπάθεια να ξεχωρίσεις τα δίδυμα αδέρφια που κάνουν το ταξίδι συναρπαστικό.

Πριν 10 χρόνια ενηλικιώθηκα. Αν εξαιρέσεις τις εμπειρίες αυτών των 10 ετών, δεν ενηλικιώθηκα ποτέ. Νοιώθω όπως ένοιωθα όταν γινόμουν 18, έστω κι αν ο άσσος μπροστά είναι πλέον για λίγα χρόνια ακόμα 2. Μπαίνοντας στα 29 μου, σε μια νέα ενηλικίωση, ανήλικος όσο ποτέ άλλοτε, δεν νοιώθω πλήρης. Νοιώθω αρκετά ικανοποιημένος όμως. Νοιώθω δυνατός. Κι αυτή η δύναμη μπορεί να πηγάζει από μέσα μου. Το κλειδί όμως για να την ξεκλειδώσω το βρήκα εδώ και ακριβώς 7 μήνες... 7 μήνες πριν γνώρισα τον άνθρωπο που με έκανε να αγωνίζομαι συνέχεια ώστε να βρίσκω τον καλύτερο εαυτό που μερικές φορές μένει κλεισμένος μέσα μου.

Να ζείτε,
να ερωτεύεστε,
να αγαπάτε,
να χαμογελάτε,
να μην τα παρατάτε ποτέ,
μην απαρνιέστε ποτέ τα όνειρά σας,
η ευτυχία, ανήκει σε εμάς!




11 Αυγ 2009

Radio Head - Street Spirit





Rows of houses, all bearing down on me
I can feel their blue hands touching me
All these things into position
All these things we'll one day swallow whole
And fade out again and fade out

This machine will, will not communicate
These thoughts and the strain I am under
Be a world child, form a circle
Before we all go under
And fade out again and fade out again

Cracked eggs, dead birds
Scream as they fight for life
I can feel death, can see its beady eyes
All these things into position
All these things we'll one day swallow whole
And fade out again and fade out again

Immerse your soul in love
IMMERSE YOUR SOUL IN LOVE

9 Αυγ 2009

Η Νάντια κι ο Κόσμος

Το κλάμα του μωρού τυμπάνιζε στ' αυτιά της. Η ζέστη αφόρητη και ο ιδρώτας της προκαλούσε ένα αίσθημα δυσφορίας. Από το πρωί σήμερα έτρεχε. Το μωρό, οι δουλειές του σπιτιού, το πεζοδρόμιο που μάζευε όλη τη σκόνη του δρόμου και κάθε μέρα το σκούπιζε για να μην την κακοχαρακτηρίσει η γειτονιά, την είχαν κουράσει. Ο καλοκαιρινός ήλιος κρυβόταν πίσω από την δάφνη που κάποιος δήμαρχος είχε φυτέψει μπροστά απ' το σπίτι τους. Η Νάντια σηκώθηκε από το κρεβάτι, άφησε τον Γιώργο να κοιμάται ανάσκελα, σε μια στάση δίκην ελεύθερου ανοιχτής θαλάσσης και πήγε προς το σαλόνι.

Η κούνια του μωρού εμπόδιζε το στενό διάδρομο που άφηνε ο καναπές. Το σπίτι μικρό και τα έπιπλα, έξυπνα και πρακτικά τοποθετημένα, χωρίς χώρο για υπερβολές. Μια μικρή τηλεόραση στην πέρα άκρη του τραπεζιού, ο καναπές και το τραπεζάκι σχεδόν στη μέση και η κούνια του μωρού να ακουμπάει στον τοίχο δίπλα απ' το καλοριφέρ. Η πορτούλα του λιλιπούτειου μπαλκονιού, ανάμεσα στο τραπέζι και το τραπεζάκι άφηνε που και που λίγον αέρα να κυκλοφορεί στο μικρό διαμέρισμα του ζευγαριού. Είχαν βάλει πλώρη όμως να πάνε σε μεγαλύτερο. Με την άφιξη της μικρής, αποφάσισαν να προσπαθήσουν λίγο παραπάνω ώστε να μην της λείψει τίποτα.

Έσκυψε πάνω από την κούνια και είδε πως η μικρή είχε χάσει την πιπίλα της ανάμεσα στα ξύλινα κάγκελά της. Της είχε φανεί περίεργο που έκλαιγε. Δεν ήταν η ώρα της για να φάει ακόμα. Έκανε μερικές δουλειές, έπλυνε τα πιάτα, συγύρισε λίγο και μετά βγήκε να τινάξει τα δυο πατάκια. Ένα του μπαλκονιού κι ένα της εξώπορτας. Τότε, είδε πως στη γωνία, δυο σπίτια μακριά απ' το δικό της, είχαν μαζευτεί οι γυναίκες της γειτονιάς έξω απ' το ψιλικατζίδικο και κάτω απ' τη σκιά του δέντρου για καφεδάκι και κουτσομπολιό. Είδε την κυρία Τασία να της γνέφει.

Δεν το σκέφτηκε πολύ. Ο Γιώργος ήταν στο σπίτι και η μικρή ξανακοιμόταν. Πήρε το καρεκλάκι της απ' το μπαλκόνι και κατέβηκε τα 5 σκαλιά της άσπρης εξώπορτας. Πλησίασε στο ψιλικατζίδικο και βρήκε κι αυτή τη θέση της στην παρέα. Το κουτσομπολιό είχε ήδη ξεκινήσει. Η κυρία Ζωή της άλλης γωνίας πάντρευε την κόρη της και είχε ετοιμασίες. Την εκκλησία θα τη στόλιζαν με μωβ μπομπονιερί λουλούδια ενώ τελικά η κουμπάρα δεν είχε πάρει της προσυμφωνημένες λαμπάδες.

Η Νάντια άκουγε υπομονετικά και τις συνόδευε στο γέλιο. Ώσπου κάποια στιγμή την ρώτησαν αν είχε κάνει κι αυτή γλέντι στο γάμο της. Η Νάντια κουμπώθηκε. Δεν μιλούσε καλά Ελληνικά. Δεν είχε πολύ καιρό που είχε έρθει στην Ελλάδα. Δούλευε στην κυρία Τασία τα πρωινά και τη βοηθούσε στις δουλειές. Σήμερα που ήταν Σάββατο όμως είχε ρεπό.

Προσπάθησε να πει πέντε λέξεις στα Ελληνικά. Γιώργο-κήπο-τραπέζι-οικογένεια-μωρό. Δεν χρειάστηκε διερμηνεία. Όλες κατάλαβαν ότι επειδή είχε το μωρό το γλέντι το έκαναν στον κήπο του Γιώργου. Ακούστηκε ένα ομόφωνο "ααααααα!" και η συζήτηση συνεχίστηκε. Η Νάντια ανακουφισμένη που δεν την παρεξήγησαν συνέχισε να συνοδεύει τα γέλια των "φιλενάδων" της και να μαθαίνει για τον γιο της κυρα-Σούλας, για την καημένη την κυρα-Παρασκευή που έχασε τον άντρα της από εργατικό, για τον κυρ Στάθη που βγήκε στη σύνταξη και για την ξιπασμένη την κυρα-Βασιλική που δεν τις καταδεχόταν να κατέβει απ' τα "ουράνια" το ρετιρέ της για να καθίσει μαζί τους.

Η Νάντια ένοιωθε τυχερή. Το σπίτι μπορεί να ήταν μικρό, αλλά τουλάχιστον η γειτονιά ήταν φιλική. Ποιος ξέρει αν στη καινούρια γειτονιά, στο καινούριο σπίτι που θα πάνε θα έχει την ίδια τύχη. Έπρεπε να μάθει καλύτερα Ελληνικά. Προσπαθούσε να σημειώνει στο μυαλό της εκφράσεις και λέξεις απ' τις συναθροίσεις τους.

Ένα κλάμα ακούστηκε. Η μπέμπα ξύπνησε. Μάλλον είχε έρθει η ώρα της να φάει. Το κλάμα της μπέμπας τον τελευταίο καιρό, ήταν σαν ένα καμπανάκι που δεν την άφηνε σε ησυχία. Της υπενθύμιζε αδιάλειπτα τις υποχρεώσεις της. Αποχαιρέτησε τις φιλενάδες της και πήγε προς το σπίτι. Το απόγευμα είχε περάσει πάλι. Ο Γιώργος στο μπαλκονάκι με το ραδιάκι και την εφημερίδα θα της έκανε και πάλι συντροφιά απόψε. Αύριο ξημέρωνε Κυριακή.