7 Ιουλ 2010

1. Το κουτί με τα δέρματα

Το αυτοκίνητο έστριψε μπροστά στην είσοδο με τον εξηντάχρονο φρουρό. Ο κίτρινος φάρος πάνω απ' την καγκελόπορτα άρχισε να αναβοσβήνει και ο πατέρας χαιρέτησε τυπικά τον Γκουίντο, που φρουρούσε την πύλη του οικισμού για πάνω από τριάντα χρόνια και που μονίμως απέπνεε μια μυρωδιά ουίσκι.

Το αυτοκίνητο σύρθηκε για ακόμα εκατό περίπου μέτρα, φορτωμένο με την πραμάτεια του καλοκαιριού. Είχαν φροντίσει πριν την άφιξή τους στην Terracina να περάσουν από τα κοντινά μαγαζιά, για να αγοράσουν τα απαραίτητα εφόδια. Τρόφιμα κυρίως, ζυμαρικά, σάλτσες, λίγο κρέας, μοτσαρέλες και κάποια βασικά λαχανικά. Το σπίτι ήταν κλειστό απ' το προηγούμενο καλοκαίρι, αλλά μερικά βασικά πράγματα τα διέθετε. Το αυτοκίνητο είχε γονατίσει βέβαια και από το βάρος διάφορων ειδών κήπου και εξοχής, αγορασμένα με θρησκευτική ευλάβεια και άκρατη αναποφασιστικότητα λίγες εβδομάδες πριν. Δεμένα όλα με σχοινιά πάνω, στη σχάρα του αυτοκινήτου, τους έκανε να φαίνονται ότι μετακομίζουν, όχι ότι πήγαιναν στο σπίτι της γιαγιάς για να της το ετοιμάσουν.

Πάρκαραν και βγήκαν απ' το αυτοκίνητο. Η μητέρα έβγαλε μια αρμαθιά κλειδιά και, μη μπορώντας να θυμηθεί ποιο είναι το κατάλληλο για να ανοίξει την μεγάλη βαριά αυλόπορτα, άρχισε να τα δοκιμάζει ένα ένα. Ο Μίρκο βρήκε την ευκαιρία να τρέξει μέχρι τη παραλία. Ο μεγάλος δρόμος που περνούσε μπροστά από το σπίτι, κατέληγε στην μεγάλη αμμώδη παραλία με τις μπλε ομπρέλες. Ήταν απόγευμα και πλησίαζε η ώρα του δείπνου. Κάποιες αργοπορημένες κυρίες μάζευαν γρήγορα γρήγορα τα πράγματά τους. Η ώρα ήταν περασμένη και έπρεπε να ετοιμάσουν το βραδινό.

Μετά από δύο τσιμπήματα στο μάγουλο και τρία σαλιωμένα φιλιά μιας γειτόνισσας, συνεπαρμένη απ' τη χαρά που ήρθαν και φέτος τα παιδιά στο σπίτι της γιαγιάς, ο Μίρκο γύρισε σπίτι για να βρει τους γονείς του ήδη μέσα στον κήπο και τη μισή σχάρα του αυτοκινήτου ήδη ξεφορτωμένη. Έτρεξε μέσα στο σπίτι και αφήνοντας τη μικρή πράσινη τσάντα του δίπλα στην είσοδο με το σεκρετέρ,  προσπέρασε την μεγάλη σάλα με τα δωμάτια στις τέσσερις γωνίες και πήγε φουριόζος στο δωμάτιο που θα κοιμόταν.

Το σπίτι ήταν ένα μεγάλος τετράγωνος κύβος, έξυπνα σχεδιασμένος ώστε να χωράει να κοιμίσει, μαζί με τα συμπληρωματικά κρεβάτια, γύρω στα δώδεκα άτομα. Η μεγάλη σάλα είχε σχήμα σταυρού, με την είσοδο στη μία πλευρά, το τζάκι στην άλλη - μιας και το σπίτι δεν είχε θέρμανση - και στα πλάγια δύο μεγάλα ξύλινα διπλά παράθυρα. Στις τέσσερις γωνίες του κύβου, βρίσκονταν τα υπνοδωμάτια και από ένα μπάνιο για τους εκάστοτε φιλοξενούμενους, ενώ στη μία γωνία το υπνοδωμάτιο ήταν πιο μικρό κι έτσι περίσσευε χώρος και για μια καθ'όλα εξοπλισμένη κουζίνα. Τριγύρω, ήταν ζωσμένο από μια μεσαίου μεγέθους βεράντα και ο μπροστινός κήπος με με το ξεραμένο γρασίδι, την μεγάλη μανόλια στο κέντρο και τον φοίνικα που τον είχε ζώσει η μοβ μπουκανβίλια έκανε το μέρος να μοιάζει ένας μικρός παράδεισος.

Το δωμάτιο δεν ήταν πολύ μεγαλο. Το κρεβάτι του το είχε επιλέξει καιρό πριν. Μόλις η ξαδέρφη του έπαψε να κοιμάται μαζί με τους γονείς της στο δωμάτιό τους και έφτασε σε ηλικία ονειρικής ιδιωτικότητας, εμφανίστηκε στο παιδικό δωμάτιο η περίφημη κουκέτα. Ο Μίρκο έδωσε μάχη κλάματος και αρχαιοελληνικού οδυρμού μέχρι να κερδίσει με τις υποκριτικές του ικανότητες το πάνω κρεβάτι. Και υπήρχε λόγος.Το παλιό χρηματοκιβώτιο του παππού, παροπλισμένο χρόνια τώρα, ήταν ακριβώς στο ύψος του επάνω κρεβατιού, προσφέροντάς του μια μικρή, προσωπική κρύπτη για τον πολύτιμο θησαυρό του.

Όλο το περσινό καλοκαίρι, ο Μίρκο, μόλις είχε τελειώσει την τετάρτη δημοτικού στο δημόσιο δημοτικό Ενρίκο Φέρμι, πέρασε σχεδόν όλο το καλοκαίρι του κυνηγώντας μικρές σαύρες και διάφορα άλλα αηδιαστικά συναφή, για τα οποία η γιαγιά του τον κυνηγούσε να μην τα φέρνει μέσα στο σπίτι. Τα αγαπημένα του όμως ήταν τα τζέκο - μικρά σαυροειδή με τα δάχτυλα των ποδιών σαν βεντούζες, ανοιχτόχρωμες μπεζ στο χρώμα και με μια ταχύτητα αξιοθαύμαστη ακόμα και για σαύρα. Ο αγαπημένος του τζέκο ήταν ο φύλακας της μεγάλης καγκελόπορτας του σπιτιού, που είχε τη φωλιά του πίσω απ' το γραμματοκιβώτιο και έβγαινε καθημερινά να πάρει τον πρωινό του ήλιο οχτώ με δέκα το πρωί.

Ο Μίρκο εντυπωσιαζόταν πάντα με την αλλαγή δέρματος των σαυρών. Δεν μπορούσε να καταλάβει απόλυτα, αλλά έδειχνε τον απαραίτητο σεβασμό, για το γεγονός ότι οι σαύρες για να μεγαλώσουν, έπρεπε να αλλάξουν ολόκληρο το δέρμα τους. Ατελείωτες ώρες έψαχνε να βρει μικρά δέρματα, αφημένα κάπου κάτω από κάποιο θάμνο. Και όσο πιο τέλειο και ολόκληρο ήταν το δέρμα, τόσο μεγαλύτερη η χαρά και το δέος του.

Παρόλο που η γιαγιά του του φώναζε, αυτός είχε βρει τον τρόπο να φυγαδεύει τα δέρματα απ' τις σαύρες. Και ακόμα μεγαλύτερη ήταν η χαρά του, όταν μέσα στην αποθήκη, πίσω απ' της μεγάλες κόκκινες φιάλες με το γκάζι, είχε βρει πεταμένο, σχεδόν σκουριασμένο, το μοναδικό κλειδί για το παροπλισμένο χρηματοκιβώτιο του παππού.

Δεν είπε σε κανέναν για το εύρημά του, κρατώντας το κρυφό ακόμα και απ' την ξαδέρφη του που όλο περιέργεια σκουντούφλαγε από πίσω του, συνήθως σέρνοντας μαζί της και μία απ' τις κούκλες της.

Ανέβηκε στο κρεβάτι απ' την σιδερένια σκάλα με τα ξύλινα σκαλιά. Έβγαλε το κλειδί από τον γκρι μάρσιπο που είχε περασμένο στη μέση του, παραμερίζοντας τα διακοσμητικά μαξιλάρια της γιαγιάς με τις περίτεχνες δαντέλες και το έβαλε στη κλειδαριά. Το γύρισε τρεις φορές, ακούγοντας τους συνοδευτικούς μεταλλικούς ήχους της κλειδαριάς σαν μουσική συμφωνικής της Βιέννης στα αυτιά του. Άνοιξε σιγά σιγά τη βαριά πορτούλα του χρηματοκιβωτίου. Τα μάτια του όλο προσμονή έμειναν ορθάνοιχτα και το στόμα του μετά από στιγμές ακινησίας άνοιξε μια μικρή χαραμάδα, τόσο ώστε να ακουστεί το επιφώνημα τρόμου ψιθυριστά.

Το κουτί με τα δέρματα, έλειπε.