14 Οκτ 2010

Τριαντατρείς ελπίδες

Το στόμα του είχε πια μια μόνιμη γεύση πικρού και ψαρίλας. Όσο μπορούσε να τη γευτεί δηλαδή, καθώς η αφυδάτωση εκτός από την αδυναμία και μερικές παραισθήσεις, του είχε αφαιρέσει κα μέρος της γεύσης. Οι δυο κουταλιές τόνο κάθε δεύτερη μέρα παρόλο που ήταν απαραίτητες, κατέβαιναν με δυσκολία στον οισοφάγο. Τις μασούσε σιγά σιγά, όπως όλοι, για να κρατήσει περισσότερη ώρα η ψευδαίσθηση του γεύματος.

Είχαν περάσει μόλις οχτώ μέρες από την κατάρρευση του τούνελ που τους ένωνε με την επιφάνεια. Αναγκάστηκαν να καταφύγουν, τριαντατρείς μεταλλωρύχοι, στο προβλεπόμενο χώρο επιβίωσης σε περίπτωση ατυχήματος, όχι μεγαλύτερο από ένα υπνοδωμάτιο. Τα εφόδια βέβαια, ήταν μόνο για δυο ημέρες και για τριανταπέντε άτομα. Αυτοί, τριαντατρείς, αναγκάστηκαν να φτάσουν στα όρια των αντοχών τους, ελπίζοντας κάθε στιγμή, κάθε λεπτό, κάθε ώρα, πως θα τους έψαχναν, θα τους ανακάλυπταν, θα τους έσωζαν. Με την καθοδήγηση του Χόρχε, του επικεφαλής της βάρδιας που εγκλωβίστηκε στα έγκατα του βουνού, οι μερίδες ήταν κάτι παραπάνω από Σπαρτιάτικες, ενώ η συχνότητά τους ήταν κάθε δυο μέρες. Ίσως το όριο της ανθρώπινης αντοχής. Λίγες γουλιές γάλα, δυο κουταλιές κονσέρβα τόνο και μισό μπισκότο.

Η απόλυτη ησυχία και το σκοτάδι που τους τύλιγε, τους έκανε να χάνουν την έννοια του χρόνου. Τα ηλεκτρονικά τους ρολόγια τους έλεγαν την ώρα. Μια ώρα που δεν είχε καμία πλέον σημασία καθώς τους ήταν άγνωστο αν θα μπορούσαν ποτέ να ξαναβγούν την επιφάνεια. Η πραγματικότητά τους ήταν εκεί. Μπροστά τους. Τριαντατρείς άνθρωποι με κοινή μοίρα, με διαφορετική προέλευση αλλά και πεπρωμένο προδιαγεγραμμένο.

Ο Ανχέλ, ακουμπώντας το κεφάλι του στην ζεστή πέτρα, ξεκουραζόταν εξαντλημένος. Άκουγε μέρες τώρα ένα περίεργο βουητό στ'αυτιά του. Νόμιζε πως ήταν από την αφυδάτωση και την κούραση. Πολλές φορές δεν του έδινε σημασία Αλλά σήμερα το βουητό ήταν πιο δυνατό από χθες. Και ήταν στιγμές που σταματούσε και πάλι ξανά άρχιζε. Αποφάσισε να το πει στον επικεφαλής της ομάδας χωρίς να ξέρει τι θα μπορούσε να σημαίνει αυτό.

Ο Χόρχε τον άκουσε με προσοχή. Έβαλε κι αυτός το αυτί του για να ακούσει. Το βουητό δεν ήταν στο κεφάλι του Ανχέλ. Το βουητό ήταν από τους ανθρώπους στην επιφάνεια που τους έψαχναν, εφτακόσια μέτρα μακριά. Το βουητό ήταν τρυπάνι. Οι ελπίδες ζωντάνεψαν. Οι ψυχές τους άρχισαν να προσεύχονται στο Θεό με περισσότερη θέρμη. Έγιναν όλοι μια αγκαλιά.

Ο Ανχέλ μπορούσε να ορκιστεί ότι τα πρόσωπά τους χαμογελούσαν, έστω και μέσα στο απόλυτο σκοτάδι. Μόνο εννιά μέρες μετά, το τρυπάνι θα έφτανε στην κοιλότητα της γης που τους φιλοξενούσε σαν μήτρα περιμένοντας να τους παραδώσει ξανά στον κόσμο. Τα πρώτα εφόδια θα κατέβαιναν. Δεν θα ήταν πια μόνοι. Δεν θα ήταν πια απελπισμένοι, η ελπίδα κάθε μέρα μεγάλωνε. Η μέρα που θα έβλεπαν και πάλι τους δικούς τους μπορεί να μην ήταν τελικά μόνο ένα όνειρο.

Θα περνούσαν άλλες πενήντα δυο μέρες μέχρι την λευτεριά.

Fortitudine vincimus.









Τα ονόματα είναι φανταστικά. Τα γεγονότα όχι.