7 Δεκ 2010

Η νύχτα κρύβει

Η πόρτα του δωματίου έκλεισε απότομα από τον αέρα. Αφού σιγουρεύτηκε πως όντως ήταν από το ρεύμα που γινόταν απ- τις χαραμάδες των ξύλινων κουφωμάτων, ξανακάθισε στην καρέκλα του γραφείου που έτριζε. Ο αέρας έξω έτρεχε ανάμεσα στα γυμνά κλαδιά των δέντρων του δρόμου. Τα Χριστουγεννιάτικα φωτάκια στα απέναντι μπαλκόνια, κυμάτιζαν ρυθμικά με τις ριπές του ανέμου. 

Και αυτός. Πνιγμένος στην απογοήτευση. Στη μοναξιά. Τριγυρισμένος από τύψεις κάθε είδους. Πνιγμένος από την ίδια του τη ζωή. Τι κρίμα να μην έχει λίγο αλκοόλ απόψε στο σπίτι. Βοηθάει κι αυτό. Εφήμερη λύση στην πλάνη που ζει.

Κάθε που νυχτώνει, το βάρος στο στήθος αλαφρώνει. Σαν η νύχτα να παίρνει από πάνω του το βάρος της ευθύνης. Σαν να ρίχνει την κουρτίνα της να κρύψει τα άγχη της μέρας. Των ημερών. Του χρόνου. 

Ένα αυτοκίνητο περνάει. Και μετά πάλι σιωπή. Το πληκτρολόγιο μουσικά και άρυθμα, ακούγεται φτωχό. Τηλεφώνημα. Άδειο και μουντό. Ένας έρωτας που κάποτε έκαιγε τώρα πια παραπαίει. 

Η αγάπη λένε, είναι η ρότα του έρωτα. Και το λιμάνι του όταν αυτός σβήσει τις μηχανές του.

Ένα μάτσο λέξεις χωρίς νόημα. Που ίσως κάποτε στην ψυχανάλυση, δώσουν τροφή για είκοσι τριάντα συνεδρίες επιπλέον. 

Η βραδιά περίεργη. Όπως και η μέρα που προηγήθηκε. 

Το pause που ζει τις τελευταίες μέρες είναι ίσως, αναμενόμενο.