22 Ιουν 2012

Ο «πώς τον λένε»

Χάραξε. Η πρωινή αύρα ξυρίζει το όριο της θάλασσας με τον ουρανό. Τρεις αγουροξυπνημένοι γλάροι τολμούν να αγγίξουν τους τρεις στύλους ενός κατεστραμμένου από τη μανία των κυμάτων προβλήτα. Ο τοξότης είχε χαθεί εδώ και ώρα και το φέγγος του ήλιου ολοένα και κέρδιζε έδαφος από τη σκιά της γης. Τα δάκρυα στα μάγουλά του, ρυάκια. Η μυρωδιά του θαλασσινού αέρα, μόνο ένα πράγμα θύμιζε. Αυτόν.

Τη βόλτα στην παραλία, νύχτα καλοκαιριού. Την αγκαλιά στο κρεβάτι εκείνον τον Ιούνη με το ταξίδι το μεγάλο. Τη βραδιά που μαζί χαθήκανε στα στενά δρομάκια της Σπερλόνγκα. Τη χαρά που είχε όταν σαν παιδάκι, εξιστορούσε τη παλιά ζωή του. Νομίζοντας ότι αυτή ήταν καινούρια.

Μνήμες που στο μυαλό του, δεν καταγράφονταν ποτέ. Η καρδιά όμως, δεν μπορεί να ξεχάσει. Το μέρος της ψυχής που φωλιάζει εκεί μέσα, εκεί που οι πληγές επουλώνονται μόνο με ουλές, δε λησμονεί στιγμές και αξίες. Και δεν αφήνει να ξεφύγουν μέσα από τα χέρια σου καρδιές που κάνουν τη δική σου να συντονίζεται σε ρυθμό διθυράμβου. Τα "σ'αγαπώ" και τα "τι καλά που είναι εδώ" στην αγκαλιά μας, χάθηκαν.

Οι πέτρες γύρω του απομεινάρια βράχων, που το νερό λείανε με τους καιρούς. Όπως λειαίνει τις ψυχές ο χρόνος. Μόνο που ο χρόνος τις ψυχές, όταν είναι φτιαγμένες απ' το ίδιο υλικό, απ' το ίδιο πέτρωμα, τις κολλάει. Άρπαξε τρεις. Μια μαύρη, μια άσπρη και μια που θύμιζε ένα γήινο μπλε. Πέταξε τη μια μετά την άλλη, με όση δύναμη είχε. Αυτή που πήγε μακρύτερα, ήταν η μπλε. Τα δάκρυα και τα λόγια, τα έχει ο άνθρωπος για να εκφράζει τα συναισθήματα που ξεχειλίζουν απ' τη καρδιά του. Ο φόβος, ένας.

Μια μέρα, μην και γίνει ο άγνωστος. Ο τάδε. Εκείνος εκεί. Μη γίνει ο «πώς τον λένε».
Ίσως, έγινε ήδη.