Αναρτήσεις

Εμφάνιση αναρτήσεων με την ετικέτα Scripta Manent

Η νύχτα κρύβει

Εικόνα
Η πόρτα του δωματίου έκλεισε απότομα από τον αέρα. Αφού σιγουρεύτηκε πως όντως ήταν από το ρεύμα που γινόταν απ- τις χαραμάδες των ξύλινων κουφωμάτων, ξανακάθισε στην καρέκλα του γραφείου που έτριζε. Ο αέρας έξω έτρεχε ανάμεσα στα γυμνά κλαδιά των δέντρων του δρόμου. Τα Χριστουγεννιάτικα φωτάκια στα απέναντι μπαλκόνια, κυμάτιζαν ρυθμικά με τις ριπές του ανέμου.  Και αυτός. Πνιγμένος στην απογοήτευση. Στη μοναξιά. Τριγυρισμένος από τύψεις κάθε είδους. Πνιγμένος από την ίδια του τη ζωή. Τι κρίμα να μην έχει λίγο αλκοόλ απόψε στο σπίτι. Βοηθάει κι αυτό. Εφήμερη λύση στην πλάνη που ζει. Κάθε που νυχτώνει, το βάρος στο στήθος αλαφρώνει. Σαν η νύχτα να παίρνει από πάνω του το βάρος της ευθύνης. Σαν να ρίχνει την κουρτίνα της να κρύψει τα άγχη της μέρας. Των ημερών. Του χρόνου.  Ένα αυτοκίνητο περνάει. Και μετά πάλι σιωπή. Το πληκτρολόγιο μουσικά και άρυθμα, ακούγεται φτωχό. Τηλεφώνημα. Άδειο και μουντό. Ένας έρωτας που κάποτε έκαιγε τώρα πια παραπαίει.  Η αγάπη λένε, είναι ...

Τριαντατρείς ελπίδες

Το στόμα του είχε πια μια μόνιμη γεύση πικρού και ψαρίλας. Όσο μπορούσε να τη γευτεί δηλαδή, καθώς η αφυδάτωση εκτός από την αδυναμία και μερικές παραισθήσεις, του είχε αφαιρέσει κα μέρος της γεύσης. Οι δυο κουταλιές τόνο κάθε δεύτερη μέρα παρόλο που ήταν απαραίτητες, κατέβαιναν με δυσκολία στον οισοφάγο. Τις μασούσε σιγά σιγά, όπως όλοι, για να κρατήσει περισσότερη ώρα η ψευδαίσθηση του γεύματος. Είχαν περάσει μόλις οχτώ μέρες από την κατάρρευση του τούνελ που τους ένωνε με την επιφάνεια. Αναγκάστηκαν να καταφύγουν, τριαντατρείς μεταλλωρύχοι, στο προβλεπόμενο χώρο επιβίωσης σε περίπτωση ατυχήματος, όχι μεγαλύτερο από ένα υπνοδωμάτιο. Τα εφόδια βέβαια, ήταν μόνο για δυο ημέρες και για τριανταπέντε άτομα. Αυτοί, τριαντατρείς, αναγκάστηκαν να φτάσουν στα όρια των αντοχών τους, ελπίζοντας κάθε στιγμή, κάθε λεπτό, κάθε ώρα, πως θα τους έψαχναν, θα τους ανακάλυπταν, θα τους έσωζαν. Με την καθοδήγηση του Χόρχε, του επικεφαλής της βάρδιας που εγκλωβίστηκε στα έγκατα του βουνού, οι μερίδες ήτ...

1. Το κουτί με τα δέρματα

Το αυτοκίνητο έστριψε μπροστά στην είσοδο με τον εξηντάχρονο φρουρό. Ο κίτρινος φάρος πάνω απ' την καγκελόπορτα άρχισε να αναβοσβήνει και ο πατέρας χαιρέτησε τυπικά τον Γκουίντο, που φρουρούσε την πύλη του οικισμού για πάνω από τριάντα χρόνια και που μονίμως απέπνεε μια μυρωδιά ουίσκι. Το αυτοκίνητο σύρθηκε για ακόμα εκατό περίπου μέτρα, φορτωμένο με την πραμάτεια του καλοκαιριού. Είχαν φροντίσει πριν την άφιξή τους στην Terracina να περάσουν από τα κοντινά μαγαζιά, για να αγοράσουν τα απαραίτητα εφόδια. Τρόφιμα κυρίως, ζυμαρικά, σάλτσες, λίγο κρέας, μοτσαρέλες και κάποια βασικά λαχανικά. Το σπίτι ήταν κλειστό απ' το προηγούμενο καλοκαίρι, αλλά μερικά βασικά πράγματα τα διέθετε. Το αυτοκίνητο είχε γονατίσει βέβαια και από το βάρος διάφορων ειδών κήπου και εξοχής, αγορασμένα με θρησκευτική ευλάβεια και άκρατη αναποφασιστικότητα λίγες εβδομάδες πριν. Δεμένα όλα με σχοινιά πάνω, στη σχάρα του αυτοκινήτου, τους έκανε να φαίνονται ότι μετακομίζουν, όχι ότι πήγαιναν στο σπίτι της γι...

Η Νάντια κι ο Κόσμος

Το κλάμα του μωρού τυμπάνιζε στ' αυτιά της. Η ζέστη αφόρητη και ο ιδρώτας της προκαλούσε ένα αίσθημα δυσφορίας. Από το πρωί σήμερα έτρεχε. Το μωρό, οι δουλειές του σπιτιού, το πεζοδρόμιο που μάζευε όλη τη σκόνη του δρόμου και κάθε μέρα το σκούπιζε για να μην την κακοχαρακτηρίσει η γειτονιά, την είχαν κουράσει. Ο καλοκαιρινός ήλιος κρυβόταν πίσω από την δάφνη που κάποιος δήμαρχος είχε φυτέψει μπροστά απ' το σπίτι τους. Η Νάντια σηκώθηκε από το κρεβάτι, άφησε τον Γιώργο να κοιμάται ανάσκελα, σε μια στάση δίκην ελεύθερου ανοιχτής θαλάσσης και πήγε προς το σαλόνι. Η κούνια του μωρού εμπόδιζε το στενό διάδρομο που άφηνε ο καναπές. Το σπίτι μικρό και τα έπιπλα, έξυπνα και πρακτικά τοποθετημένα, χωρίς χώρο για υπερβολές. Μια μικρή τηλεόραση στην πέρα άκρη του τραπεζιού, ο καναπές και το τραπεζάκι σχεδόν στη μέση και η κούνια του μωρού να ακουμπάει στον τοίχο δίπλα απ' το καλοριφέρ. Η πορτούλα του λιλιπούτειου μπαλκονιού, ανάμεσα στο τραπέζι και το τραπεζάκι άφηνε που και που λίγο...

Έναν Δεκέμβρη

Έξω ο ήλιος έλαμπε. Κυριακή του Δεκέμβρη και οι γονείς είχαν ήδη συνεννοηθεί με φίλους για κάποια ταβέρνα. Ο μικρός Αλέξης θα πήγαινε πάλι μαζί τους. Άλλωστε αυτές ήταν οι τελευταίες φορές που θα πήγαινε μαζί τους. Μεγάλωνε. Σε λίγο θα άρχιζε το άγχος για τις εξετάσεις και για το πανεπιστήμιο. Αυτές, ίσως να ήταν λίγες απ' τις εικόνες που θα κουβαλούσε μαζί του μια ζωή. Στιγμές της εφηβείας μέσα στην οικογένεια. Όνειρα, αγωνία κι άγχος, ήταν ακόμη μακριά. Αλλά πλησίαζαν απειλητικά. Ένοιωθε σαν μονομάχος στην αρένα, λίγο πριν αφήσουν τα θηρία ελεύθερα να τον κατασπαράξουν. Ο ήλιος έλαμπε αλλά το κρύο ήταν τσουχτερό. Έτσι κάπως θα ήταν και το μέλλον του. Ο στόχος λαμπερός, αλλά τριγύρω του οι άνθρωποι κρύοι κι απρόσιτοι. Μέσα στο αυτοκίνητο έπαιζε Αλεξίου. Όπως και τις περισσότερες φορές μέσα στο αυτοκίνητο των γονιών του. Η διαδρομή μικρή. Δεν έμενε δα και σε καμιά τεράστια πόλη. Το ταβερνάκι κοντά στη θάλασσα. Πάλι ψάρια. Τα σιχαινόταν τα ψάρια. Δεν πείραζε όμως. Θα έτρωγε κάτι με ...

Light up

Γύρισε και είδε έναν καφέ λεκέ πάνω στα χαρτιά. Είχε να παραδώσει τον φάκελο σε τρεις ώρες και τώρα έπρεπε να ξανακάνει όλους τους υπολογισμούς απ' την αρχή. Παραμονές Χριστουγέννων και ο διευθυντής της, της είχε ξεκαθαρίσει ότι ήθελε άψογο τον φάκελο με την οικονομική μελέτη για το κολυμβητήριο που ήθελε να χτίσει ο δήμος. Την έπιασε πανικός. Κάθισε στο κουβούκλιό της και χώθηκε κάτω από τα χαρτιά. Αγόγγυστα. Όπως είχε συνηθίσει να κάνει πια τόσο καιρό με όλες τις ατυχίες της. Χωρίς σχέδια για τα Χριστούγεννα, με μόνη λύση να ξαναγίνει η "θεία Σάλυ" και να πάει στον αδερφό της φορτωμένη με δώρα, για άλλη μια βαρετή βραδιά στην οποία η Άλισον θα της μιλούσε για το πόσο καλά πήγαιναν στο σχολείο τα ανίψια της και θα κόμπαζε για την καινούρια της γούνα, ο Τσάρλς θα κάπνιζε την πίπα του αρειμανίως και θα το έπαιζε σωστός οικογενειάρχης και τα μικρά, η Γκρέις και ο Σαμ θα την ζάλιζαν με τις φωνές τους και με τις αθώες αφελείς ερωτήσεις τους. Είχε φτάσει τριανταπέντε χρονών κα...

Η αίσθηση που λείπει

Ακούστε διαβάζοντας by zero-project Ξύπνησε. Ξύπνησε κι είδε τον ήλιο να ρίχνει ζεστές ματιές μέσα από τις κλειστές κουρτίνες. Τέντωσε τα χέρια και πήρε 3 βαθιές ανάσες. Μαλλιά ανακατεμένα και καρδιά που χτυπούσε ρυθμικά, μ' έναν τόνο και μια χροιά μελαγχολίας. Η νύχτα είχε περάσει. Και μαζί μ' αυτή, κατάλαβε ότι πέρασε κι ένα μέρος απ' τη ζωή του. Απ' τη ζωή που δεν έζησε. Απ' τη ζωή που πιθανώς δεν θα ζήσει ποτέ. Κάθισε στο πλάι του κρεβατιού με τα πόδια να γαργαλάν το πάτωμα. Λες και δεν ήθελε να έρθει ακόμα σε επαφή με την πραγματικότητα. Λες και αν ακουμπούσε, το σύννεφο θα διαλυόταν και ο εαυτός του θα ήθελε να ξαναπάρει τον έλεγχο της σκέψης του. Θυμήθηκε ότι είχε ξεχάσει να πληρώσει το δωμάτιο αποβραδίς. Δεν έδινε δεκάρα. Δεν ήθελε να χαλάσει ακόμα τ' όνειρο. Η προηγούμενη νύχτα, όπως κάποιες απ' τις νύχτες που είχε περάσει σ' αυτό το πανδοχείο, ήταν στα πλαίσια μιας προσπάθειας, ενός στοιχήματος, μιας κόντρας με τις αδυναμίες του. Με τον εαυτό...

Ξεν-Έρωτος

Ο φίλος με τη φίλη. Ο φίλος με το φίλο. Η φίλη με το φίλο. Δυο φίλοι. Δυο εραστές. Τα ζάρια της παρτίδας είναι πάντα δύο. Το χέρι που τα ρίχνει, ο εαυτός μας. Τι σημαίνει έρωτας; Τι φιλία και τι ανθρώπινη σχέση; Που χάνονται και που βρίσκονται και πάλι δυο άνθρωποι που μιλούν την ίδια γλώσσα, σε άλλη συχνότητα; Πότε πονάς περισσότερο; Όταν δίνεσαι ολοκληρωτικά ή όταν έχεις τη ζωή σου εικονοστάσι, λατρεύοντας έναν άγνωστο Θεό, που εσύ έχεις κατονομάσει ευτυχία; Αδύνατον να απαντηθεί έστω και ένα από τα παραπάνω. Οι καταστάσεις, αυτές οι απροσδιόριστες και ασυνάρτητες καταστάσεις, οδηγούν τα βήματα και τις αντιδράσεις μας σε άγνωστα μονοπάτια. Σε διαδρόμους ξενοδοχείων, με επώνυμα δωμάτια. Από 'δώ, ο πόνος . Χρώματα γήινα. Μουντά. Θυμίζουν αίμα και λάσπη με δάκρυα δουλεμένα. Τα παραθυρόφυλλα κλειστά. Κι ο φωτοδότης ήλιος, παλεύει με το ύφασμα της κουρτίνας, να αγγίξει τον ακίνητο και πυκνό αέρα του δωματίου. Στ'αριστερά σας η θλίψη . Κρύα. Χωρίς θέρμανση. Με γυάλινες βεράντες και...

Ώρες και φορές

Είναι ώρες και φορές που στέκομαι Τραβάω χειρόφρενο στην πλάση, μελαγχολώ Είναι ώρες και φορές που καθρεφτίζομαι ψάχνοντας να 'βρω το είδωλο, θολό Μέρες που τ'όνειρο ξημέρωσε κι εγώ απομένω μόνος, ν'αναπολώ Δίχως φωνή Αδύναμος Είναι ώρες και φορές που σε χρειάζομαι Χωρίς ποτέ να σ'έχω αγγίξει Σαν σε μια φάση R.E.M. που σκάλωσε, Μορφέας που δε λέει να λυγίσει. Είναι ώρες και φορές που κύλησα Σύρμα που σπάει το φρένο ξάφνου Και τ'ονειρο καβάλα στον κατήφορο Φτερά στη πλάτη βγάζει άφνου.

Scripta Manent: Κεφάλαιο 1o, "Γνωριμία"

Εικόνα
Από που να αρχίσω και που να τελειώσω... (ατάκα που ειπώθηκε και στην περιβόητη συζήτηση με τον πατέρα 2 εβδομάδες πριν...) Ας τα πιάσω τα πράγματα από την αρχή. Αυτό το καλοκαίρι άρχισε όχι και τόσο ιδανικά. Κλασσικά ήμουν μόνος, σωματικά και ψυχικά. Το πρόβλημά μου όμως, ένα από τα πολλά δηλαδή, ήταν πως δεν είχα κάτι να προσμένω. Συνήθως-και δε θα πω το γιατί-όταν κατέβαινα στην πατρίδα, είχα ήδη κανονισμένο να συναντηθώ με 1-2 άτομα για να δω πως θα πάει. Κάτι σαν ραντεβού από το δίκτυο στα τυφλοφάνερα. Τέλος πάντων φέτος δεν είχε γίνει κάτι τέτοιο. Είχα μιλήσει με κάποιον αλλά μου φαινόταν "κάπως" και δεν είχα δώσει σημασία. Με το που κατέβηκα από το αεροπλάνο στην Αθήνα, μου έρχεται μήνυμα από αυτόν, τον οποίο θα αποκαλώ Θ. Με τα λίγα τα πολλά, την επομένη μέρα το απόγευμα πίναμε καφέ μαζί. Στην αρχή ένοιωσα όμορφα. Όμορφα γιατί έβλεπα πως προκαλούσα ένα φλερτ, μια έλξη. Στο κάτω κάτω ποιός δεν ανεβαίνει ψυχολογικά όταν προκαλεί κάτι τέτοιο; Πήγαμε μαζί και στη θεατρι...